ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜEΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ:

2001-2004

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001

 

 

 

 

·         Το πρόγραμμα είναι διαθέσιμο στη σελίδα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών στο διαδίκτυο στη διεύθυνση: http://www.mnec.gr

 



 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΟ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ

ΚΑΙ

ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ:

2001-2004

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιεχόμενα

 

 

 

 

1.       Εισαγωγή

 

2.              Η Ελληνική Οικονομία

2.1          Η Ελληνική Οικονομία        2000-2002

2.2          Βασικό Σενάριο Οικονομικής   Μεγέθυνσης 2003-2004

 

3.              Το Πλαίσιο της Οικονομικής Πολιτικής

3.1          Δημοσιονομική Πολιτική και Προοπτικές για το 2002-2004

 

4.       Συγκριτική του Π.Σ.Α 2001   με το Π.Σ.Α 2000

 

5.              Εναλλακτικό Σενάριο Οικονομικής Μεγέθυνσης

 

6.              Η Διατηρησιμότητα των Δημοσίων Οικονομικών

     

7.              Δημοσιονομικές Επιπτώσεις των  Διαρθρωτικών Αλλαγών

 

8.       Αναλυτικοί Πίνακες 2000-2004

 

 

 

 


 

 

 

 

1.         Εισαγωγή

 

Με την ένταξή της στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, η Ελληνική οικονομία λειτουργεί σε ένα νέο περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, μηδενικού -σχεδόν -συναλλαγματικού κινδύνου και σημαντικά μεγαλύτερης εμπιστοσύνης της αγοράς λόγω της σταθερότητας του οικονομικού περιβάλλοντος.

Το πρώτο για την Ελλάδα επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης λαμβάνει υπ’ όψη τη νέα οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και κυρίως μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) περιλαμβάνεται η ανασκόπηση των οικονομικών εξελίξεων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2000-2001 καθώς και οι προοπτικές για τα έτη 2002  έως και 2004.

Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα το 2000, με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ο οποίος ήταν τελικά υψηλότερος των εκτιμήσεων που παρουσιάστηκαν στο περσινό ΠΣΑ. Οι δυσμενείς  όμως οικονομικές συνθήκες που επικράτησαν παγκοσμίως κατά το 2001, και ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, έχουν επηρεάσει δυσμενώς την τρέχουσα οικονομική δραστηριότητα. Ως εκ τούτου, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ για το τρέχον έτος εκτιμάται στο 4,1%, χαμηλότερος από το στόχο για 5% μεγέθυνση που περιλαμβανόταν στο ΠΣΑ του 2000. Παρόλα αυτά, οι επιδόσεις αυτές είναι και προβλέπεται ότι θα παραμείνουν, κατά την προσεχή περίοδο, υψηλότερες από το μέσο όρο της Ε.Ε..

Οι προβλέψεις σχετικά με το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης κατά τα έτη 2002-2004 στηρίζονται σε προσεχτικές παραδοχές σχετικά με την εξέλιξη των εγχώριων παραγόντων της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ σε ό,τι αφορά το εξωτερικό περιβάλλον, στηριχτήκαμε  κυρίως στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σύμφωνα με τις προβλέψεις μας, το ΑΕΠ θα αυξηθεί με ρυθμό 3,8% το 2002 και με 4% για κάθε ένα από τα επόμενα έτη. Οι ρυθμοί αυτοί είναι βέβαια χαμηλότεροι των προβλέψεων του προηγούμενου ΠΣΑ, συμβαδίζουν όμως, απόλυτα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ.

Η αύξηση θα προέλθει κυρίως από: α) τις υψηλές δημόσιες επενδύσεις- που απορρέουν κατά κύριο λόγο από το Γ’ ΚΠΣ και τα δημόσια έργα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες – και τις ιδιωτικές επενδύσεις, β) τις διαρθρωτικές αλλαγές που έχουν προγραμματιστεί και αρκετές από αυτές ήδη υλοποιούνται, γ) τις πρωτοβουλίες της Ελληνικής Κυβέρνησης που στοχεύουν στη μακροοικονομική σταθερότητα, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, τη μείωση του δημόσιου χρέους και την κοινωνική συνοχή και δ) την αναμενόμενη από τα μέσα του 2002 ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και την παγκόσμια οικονομία γενικότερα.

Οι προσπάθειες της Ελληνικής Κυβέρνησης κατά τα τελευταία 7 χρόνια στο δημοσιονομικό τομέα έχουν επιφέρει αξιόλογα αποτελέσματα. Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκε από 10% του ΑΕΠ το 1994 στο 1,1%  το 2000. Για το 2001, το πλεόνασμα εκτιμάται να διαμορφωθεί στο 0,1% του ΑΕΠ, έναντι στόχου για 0,5%.

Για το 2002, ο στόχος για το δημοσιονομικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης είναι η επίτευξη πλεονάσματος της τάξης του 0,8% του ΑΕΠ, ενώ για τα έτη 2003 και 2004 οι στόχοι είναι 1% και 1,2% αντίστοιχα. Οι προβλέψεις αυτές είναι χαμηλότερες των περυσινών και, κατά συνέπεια, η μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ θα είναι πιο αργή από την προβλεπόμενη στο προηγούμενο ΠΣΑ.

Στα πλαίσια της ΟΝΕ, ο βασικός στόχος της Ελληνικής Κυβέρνησης είναι η επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης. Παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον που επικρατεί διεθνώς, οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ  κατά τα επόμενα χρόνια αναμένεται να είναι μεταξύ των υψηλότερων της Ε.Ε. και σαφώς πάνω από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, συμβάλλοντας έτσι στην πραγματική σύγκλιση του κατά κεφαλήν εισοδήματος.


 

2.         Η Ελληνική Οικονομία

 

Πίνακας 1. Μεγέθυνση και σχετικά μεγέθη

 

 

2000

2001

2002

2003

2004

αυξηση αεπ σε σταθερες τιμες

4,3%

4,1%

3,8%

4,0%

4,0%

αεπ σε τρεχουσεσ τιμεσ αγορας

 (δις. δρχ)

41406,7

44483,7

47559,3

50946,0

54573,0

αποπληθωριστησ αεπ (μεταβολη)

3,4%

3,2%

3,0%

3,0%

3,0%

εναρμονισμενος δεικτης τιμων καταναλωτη - μεταβολη

2,9

3,6

2,7

2,6

2,7

αυξηση απασχολησης

-0,3%

0,8%

0,8%

1,3%

1,5%

παραγωγικοτητα εργασιας

4,6%

3,3%

3,0%

2,7%

2,5%

ισοζυγιο γενικης κυβερνησης

-1,1%

0,1%

0,8%

1,0%

1,2%

χρεοσ γενικης κυβερνησης

102,7%

99,6%

97,3%

94,4%

90,0%

 

ΠΗΓΕΣ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ: ΠΟΣΟΣΤΙΑΙΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΕ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΤΙΜΕΣ

 

 

1. ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

3,2%

3,1%

2,9%

3,1%

3,1%

 

2. ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

2,3%

1,8%

-0,5%

0,7%

0,7%

 

3. ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΠΑΓΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

7,8%

8,5%

9,5%

9,9%

7,4%

 

4. . ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΑΠΟΘΕΜΑΤΏΝ (% ΑΕΠ)

0,1%

0,0%

-0,1%

-0,1%

-0,1%

 

5. ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

18,9%

5,8%

4,8%

6,2%

8,3%

 

6. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

15,0%

5,2%

4,6%

6,8%

6,8%

 

 

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΕΠ

 

 

7.       ΕΓΧΩΡΙΑ ΖΗΤΗΣΗ

 (εκτός αποθεματικών)

4,4%

4,0%

3,8%

4,4%

3,9%

 

8. ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΏΝ

0,4%

-0,1%

-0,1%

0,0%

0,0%

 

9. ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

-0,43%

-0,3%

-0,3%

-0,7%

-0,2%

 

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ

 

 

2000

2001

2002

2003

ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

7,8

4,3

 

 

ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

6,5

5,3

 

 

ΙΣΟΤΙΜΙΑ ΕΥΡΩ/USD

0,92

0,90

0,91

0,91

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΥΞΗΣΗ ΑΕΠ-ΕΚΤΟΣ Ε.Ε

4,7

2,2

2,3

3,9

ΑΥΞΗΣΗ ΑΕΠ Ε.Ε.

3,3

1,7

1,4

2,9

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΟΓΚΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ-ΕΚΤΟΣ Ε.Ε.

11,2

0,0

1,2

5,8

ΤΙΜΗ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ

28,6

24,9

22,3

24,8

 

Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται συνοπτικά τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη και οι προβλέψεις του επικαιροποιημένου ΠΣΑ-2001 της Ελληνικής Οικονομίας για την περίοδο 2000-2004, καθώς και οι παραδοχές που έγιναν σχετικά με το εξωτερικό περιβάλλον. Η ανάλυση αυτών των εξελίξεων και προβλέψεων παρουσιάζεται στα επόμενα κεφάλαια.

2.1        Η Ελληνική Οικονομία 2000-2001

 

2.1.1     Η Ελληνική Οικονομία το 2000

Το 2000 η δυναμική πορεία της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα συνεχίστηκε και ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ έφτασε στο 4,3% , έναντι του προβλεπόμενου 4,1% , στο ΠΣΑ-2000. Η βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών δεικτών συνεχίστηκε, παρά τη σημαντική αύξηση της τιμής του πετρελαίου και την μη προβλεπόμενη μεγάλη ανατίμηση του δολαρίου έναντι του ευρώ και βέβαια της δραχμής. Όλοι οι συντελεστές της εγχώριας ζήτησης παρουσίασαν ανοδική τάση. Η συμβολή της εγχώριας ζήτησης στη μεταβολή του ΑΕΠ ήταν 4,8 ποσοστιαίες μονάδες ενώ το εξωτερικό ισοζύγιο υπηρεσιών είχε αρνητική συμβολή κατά 0,4%, αν και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν σε πραγματικούς όρους κατά 18,9%, ως συνέπεια της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας.

Ο πληθωρισμός υπερέβη τον στόχο κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες. Ο εθνικός δείκτης τιμών καταναλωτή σημείωσε μέση ετήσια αύξηση κατά 3,2% από 2,6% το 1999. Αυτό οφείλεται, κατά κύριο λόγο, σε  πιέσεις που προήλθαν από την αύξηση της τιμής του πετρελαίου και την ανατίμηση του δολαρίου έναντι της δραχμής. Η μέση ετήσια αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου σε δραχμές ήταν 87% το 2000, έναντι ανόδου 42% το 1999.

Η διαδικασία της δημοσιονομικής εξυγίανσης συνεχίστηκε το 2000 και το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκε στο 1,1% του ΑΕΠ από 1,8% το 1999, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης ξεπέρασε το 6,0% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το 2000, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 102,7% από 103,9% το 1999 και 111,3% το 1996.

 

2.1.2     Οι Επιδόσεις της Ελληνικής Οικονομίας κατά το 2001

Το 2001 και για έκτο συνεχόμενο έτος, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα είναι ανώτερος του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού μέσου όρου. Είναι, εντούτοις, αλήθεια ότι η σημαντική επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα των χωρών της Ε.Ε επηρέασε την οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ να περιοριστεί στο 4,1%, έναντι πρόβλεψης για 5% στο ΠΣΑ του 2000. Παρά την επιβράδυνση αυτή, στο τέλος του 2001, η Ελλάδα θα έχει καταγράψει τον ταχύτερο ρυθμό πραγματικής σύγκλισης, προς το μέσο Ευρωπαϊκό επίπεδο εισοδήματος, από το 1981 όταν η χώρα εισήλθε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Πίνακας 2: Επιλεγμένοι Οικονομικοί Δείκτες, 2000-2001

 

2000

2001

 

ΠΣΑ2000

ΠΣΑ 2001

ΠΣΑ 2000

ΠΣΑ 2001

1.  Αυξηση αεπ

4,1%

4,3%

5,0%

4,1%

2.  ακαθαριστεσ επενδυσεις παγιου κεφαλαιου

9,3%

7,8%

11,7%

8,5%

3.  πραγματικο μονΑδιαιο κοστοσ εργασιασ

-1,2%

-1,5%

-1,5%

-1,2%

4.  αποπληθωριστησ ιδιωτικης καταναλωσησ

2,7%

3,1%

2,3%

3,1%

5.  ισοζυγιο γενικης κυβερνησης                (% αεπ)

-0,8%

-1,1%

0,5%

0,1%

6.  χρεοσ γενικησ κυβερνησησ (% αεπ)

103,9%

102,7%

98,9%

99,6%

7.  ανεργια

11,3%

11,4%

10,4%

10,9%

 

Το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου απλά επιδείνωσε τις ήδη κακές οικονομικές συνθήκες και ενίσχυσε την προϋπάρχουσα αβεβαιότητα σχετικά με τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Παρ’όλα αυτά, η Ελληνική Οικονομία έχει επιδείξει έναν από τους χαμηλότερους ρυθμούς επιβράδυνσης του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ συγκρινόμενη με τις άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης. Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 1, ο ρυθμός ανάπτυξης του Ελληνικού ΑΕΠ είναι διπλάσιος των μέσων ρυθμών ανάπτυξης της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ.

Ένα σημαντικό στοιχείο, που συνέβαλε στη διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης είναι οι επενδύσεις. Το 2001, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου θα είναι υψηλότερες από εκείνες του 2000. Οι σημαντικές εισροές από το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης καθώς και οι υψηλές ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις θα ενισχύσουν σημαντικά το παραγωγικό δυναμικό της Ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, η ολοκλήρωση εκτεταμένων προγραμμάτων υποδομών και έργων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 αναμένεται να συμβάλει επιπλέον στην ενίσχυση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Οι συνολικές επενδύσεις εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 8,5%, επηρεαζόμενες και από τη σημαντική άνοδο των επενδύσεων των δημόσιων επιχειρήσεων, οι οποίες θα αυξηθούν κατά 20,2% σε τρέχουσες τιμές. Οι εξελίξεις αυτές θα βελτιώσουν τις προοπτικές ανάπτυξης και θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας.

Επιπλέον στοιχεία που τονώνουν το δυναμισμό της Ελληνικής οικονομίας είναι οι διαρθρωτικές αλλαγές που πρόσφατα υλοποιήθηκαν αλλά και αυτές που έχουν προγραμματιστεί και αφορούν τη δημοσιονομική διαχείριση, τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, το νέο κλίμα στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, την απελευθέρωση των αγορών, τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και του δημόσιου τομέα γενικότερα.

Η φορολογική μεταρρύθμιση αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2002. Πρόκειται για μια μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που αποσκοπεί στην απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, στο να το κάνει πιο διαφανές και πιο δίκαιο, και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των Ελληνικών επιχειρήσεων. Τέλος, ο διάλογος για την κοινωνική ασφάλιση και τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος που θα ξεκινήσει σύντομα θα επιλύσει θέματα που αφορούν τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών και θα βοηθήσει την ανάπτυξη.

Σε ότι αφορά την ανεργία, που παραμένει σε υψηλά επίπεδα, η επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης θα συμβάλει στην δημιουργία απασχόλησης και θα μειώσει το ποσοστό ανεργίας. Η αύξηση της απασχόλησης για το 2001 αναμένεται να είναι 0,8% ενώ το ποσοστό ανεργίας εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 10,9% από 11,4% το 2000.

Κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2001, η πορεία των βραχυχρόνιων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας έδειχνε επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης  κυρίως λόγω της εγχώριας ζήτησης. Ο όγκος των λιανικών πωλήσεων επέδειξε ταχύτερους ρυθμούς αύξησης κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2001, σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2000. Ανάλογα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στον τομέα των κατασκευών. Επιπλέον σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ο πρόδρομος δείκτης οικονομικής συγκυρίας για την Ελλάδα αυξάνεται με ρυθμό 1,0%, ενώ στην Ευρωζώνη μειώνεται κατά 5%. Εντούτοις, η ζήτηση, και ιδιαίτερα η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθούν κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2001.

Ο πληθωρισμός αναμένεται στο τέλος του 2001 να είναι κάτω του 3%. Η επιβράδυνση των πληθωριστικών τάσεων που προκλήθηκε από την πτώση της τιμής του πετρελαίου, άρχισε να επηρεάζει θετικά τις εγχώριες τιμές από τον περασμένο Ιούνιο. Οι μέχρι τώρα θετικές εξελίξεις στην τιμή του πετρελαίου, η αναμενόμενη μικρή επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της εγχώριας ζήτησης και η προβλεπόμενη ενδυνάμωση του ευρώ έναντι του δολαρίου θα συμβάλλουν στην εξασθένηση των πληθωριστικών πιέσεων. Εντούτοις, η ισορροπία στην τιμή του πετρελαίου είναι ευαίσθητη και ενδέχεται να επηρεαστεί από τις εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο εναντίον της τρομοκρατίας.

Στο χώρο των δημόσιων οικονομικών, οι εξελίξεις ήταν λιγότερο ευνοϊκές από τις προβλέψεις του ΠΣΑ 2000. Μειωμένα έσοδα ελλάττωσαν το προβλεπόμενο πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης από 0,5% στο 0,1% του ΑΕΠ. Το πλεόνασμα αυτό επιτεύχθηκε παρά την εφαρμογή του φορολογικού πακέτου το Νοέμβριο του 2000 που εισήγαγε μειώσεις στο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και εταιρειών της τάξης του 0,4% του ΑΕΠ για το 2001.

 Η υστέρηση των εσόδων αποδίδεται σε τρεις κυρίως λόγους. Πρώτον, στην επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και τα χαμηλότερα σε σχέση με το 2000 κέρδη των Ελληνικών επιχειρήσεων. Σε μεγάλο βαθμό η υστέρηση αυτή οφείλεται και σε τεχνικούς λόγους, που σχετίζονται με το σύστημα είσπραξης φόρων από τις επιχειρήσεις. Δεύτερον, η απότομη μείωση της δραστηριότητας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, παράλληλα με την κατά 50% μείωση του φορολογικού συντελεστή επί των συναλλαγών είχε αρνητικές επιπτώσεις στο ύψος των εσόδων. Τρίτον, η πτώση των επιτοκίων των τραπεζικών καταθέσεων μείωσε το εισόδημα από τόκους και κατά συνέπεια τα έσοδα από τη φορολόγηση των εισοδημάτων από τις αποταμιεύσεις. Ως ένα βαθμό τα περιορισμένα φορολογικά έσοδα οφείλονται στην μεταστροφή των αποταμιεύσεων από τραπεζικές καταθέσεις σε ρέπος, που δε φορολογούνται. Σημειώνεται ότι από το 2002 και μετά επιβάλλεται επίσης φόρος στα εισοδήματα από ρέπος. Μέρος της υστέρησης των φορολογικών εσόδων αντισταθμίστηκε από τα αυξημένα μη φορολογικά έσοδα, και κυρίως από τα έσοδα που προήλθαν από τη χορήγηση αδειών κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενιάς, που είναι περί τα 484 εκατ. ευρώ και τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονταν στον Προϋπολογισμό του 2001.

Στους πίνακες 3 και 4 παρουσιάζονται οι προβλέψεις και οι εκτιμήσεις του ισοζυγίου Κεντρικής Κυβέρνησης και του δημόσιου χρέους, για το 2001.

 

Πίνακας 3: Έσοδα και Δαπάνες Κεντρικής Κυβέρνησης (δις. Ευρώ)

 

 

2001 ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

 

ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

1. ΕΣΟΔΑ

39,86

39,56

(a) ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

36,03

35,73

      εκ των οποίων

 

 

i. ΑΜΕΣΟΙ ΦΟΡΟΙ

14,32

13,64

ii. ΕΜΜΕΣΟΙ ΦΟΡΟΙ

20,22

19,62

(b) ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

3,83

3,83

2. ΔΑΠΑΝΕΣ

44,13

44,14

(a) ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

35,97

35,98

      εκ των οποίων

 

 

i. ΑΜΟΙΒΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

13,08

13,26

ii. ΑΛΛΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

10,33

10,11

iii. ΤΟΚΟΙ

9,71

9,71

(b) ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

8,16

4,16

3. ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

1,85

1,85

4. ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ      (1-2+3)

-2,42

-2,73

5. ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

3,03

2,83

6. ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (4+5), % ΤΟΥ ΑΕΠ

0,61

(0,5%)

0,10

(0,1%)

 

 

 

 

 

 

 

 

Πίνακας 4: Εξέλιξη του Χρέους (εκατ. Ευρώ)

 

 

2001 ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

 

ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

1. ΚΑΘΑΡΕΣ ΔΑΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

4279,0

4580,0

2. ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ

-490,0

87,0

3. ΛΟΙΠΑ

1144,0

3796,0

4. ΔΑΝΕΙΑ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

2054,0

2553,0

5. ΔΕΚΑ

2201,0

4463,0

6. ΑΥΞΗΣΗ ΧΡΕΟΥΣ  (1+2+3+4-5)

4777,0

6553,0

7. ΧΡΕΟΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

143918

145737

8. ΕΝΔΟΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΧΡΕΟΣ

15689

15689

9. ΧΡΕΟΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ   (7-8)

128229

130048

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά μέσα στις δύο τελευταίες δεκαετίες το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης είναι πλεονασματικό. Αναφορικά με το δημόσιο χρέος, αναμένεται ότι το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης θα μειωθεί το 2001 στο 99,6% του ΑΕΠ από 102,7% που ήταν το 2000.

 

2.2        Βασικό Σενάριο Οικονομικής Μεγέθυνσης, 2002-2004

Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας εμφανίζονται πιο ευνοϊκές από ότι στις περισσότερες Ευρωπαϊκές οικονομίες. Για την περίοδο 2002-2004, προβλέπεται η διατήρηση ενός εύρωστου ρυθμού ανάπτυξης παράλληλα με την περαιτέρω βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Οι εκτιμήσεις αυτές συνάδουν με τις πρόσφατες προβλέψεις που δημοσιοποιήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ.

Το αβέβαιο διεθνές οικονομικό κλίμα, ιδιαιτέρως μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, κάνει τις όποιες προβλέψεις εξαιρετικά ευαίσθητες. Οι παραδοχές μας σχετικά με την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα είναι μάλλον συγκρατημένες, ενώ βασική κινητήρια δύναμη παραμένουν οι επενδύσεις. Για τον εξωτερικό τομέα, υποθέτουμε ότι οι αγορές θα διαμορφωθούν σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των άλλων διεθνών οργανισμών. Πιο συγκεκριμένα, υποθέτουμε ότι η τιμή του πετρελαίου για τα επόμενα χρόνια θα κυμανθεί στα 23,5 δολάρια το βαρέλι και ότι το ευρώ θα ανακάμψει παραμένοντας όμως σε επίπεδα χαμηλότερα του ενός δολαρίου.

Οι επενδύσεις θα αποτελέσουν τον πιο σημαντικό παράγοντα της εγχώριας ζήτησης. Κατά την περίοδο 2002-2004, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου θα αυξηθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 26% περίπου, έναντι 22% το 2000. Η αύξηση αυτή θα προέλθει τόσο από ιδιωτικές όσο και δημόσιες επενδύσεις. Τα χαμηλά επιτόκια, η απελευθέρωση των αγορών και η ισχυρή εγχώρια ζήτηση δημιουργούν κατάλληλες συνθήκες για ιδιωτικές επενδύσεις. Επιπλέον, οι σημαντικές εισροές από το Γ’ ΚΠΣ μαζί με τα έργα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, θα συμβάλλουν καθοριστικά στην οικονομική δραστηριότητα.

Η ιδιωτική κατανάλωση την περίοδο 2002-2004 προβλέπεται να αυξάνεται με τους ρυθμούς της περιόδου 2000-2001, δηλαδή περίπου κατά 3,1% ετησίως. Ο εξωτερικός τομέας θα εξακολουθεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην αύξηση του ΑΕΠ, ενώ βελτίωσή της συμβολής του αναμένεται το 2004.

 

Πίνακας 5: Επιλεγμένοι Οικονομικοί Δείκτες, 2002-2004

 

2002

2003

2004

 

ΠΣΑ2000

ΠΣΑ 2001

ΠΣΑ 2000

ΠΣΑ 2001

ΠΣΑ 2000

ΠΣΑ 2001

1. ΑΕΠ

5,2%

3,8%

5,5%

4,0%

5,5%

4,0%

2. ακαθαριστες επενδυσεις παγιου κεφαλαιου

12,6%

9,5%

12,0%

9,9%

10,0%

7,4%

3. κοστος εργασιας

-1,2%

-0,6%

-1,0%

-0,4%

-0,8%

0,0%

4. αποπληθωριστης ιδιωτικης καταναλωσης

2,2%

2,8%

2,3%

2,7%

2,4%

2,8%

5. ισοζυγιο γενικης κυβερνησης  (% αεπ)

1,5%

0,8%

2,2%

1,0%

2,0%

1,2%

6. χρεος γενικης κυβερνησης  (% αεπ)

 

96,0%

 

97,3%

 

90,5%

 

94,4%

 

84,0%

 

90,0%

7. ανεργια

9,5%

10,5%

8,4%

9,8%

7,5%

9,0%

  

Κατά την περίοδο 2002-2004, το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται θετικό και διαρκώς βελτιούμενο: από 0,8% του ΑΕΠ το 2002, στο 1,0% το 2003 και 1,2% το 2004. Η αύξηση του πλεονάσματος θα προέλθει κυρίως από τη μείωση των καταναλωτικών δαπανών του προϋπολογισμού και των δαπανών εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Η βελτίωση του ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης, σε συνδυασμό με τη συνέχιση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, αναμένεται ότι θα οδηγήσουν στον περαιτέρω περιορισμό του δημόσιου χρέους στο 90,0% του ΑΕΠ το 2004.

Την περίοδο που καλύπτει το πρόγραμμα η εισοδηματική πολιτική θα είναι ανάλογη με την οικονομική δραστηριότητα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται όχι μόνο βελτίωση στην ανταγωνιστικότητα αλλά και σύγκλιση των αμοιβών των εργαζομένων με αυτές της υπόλοιπης Ε.Ε.. Η ετήσια πραγματική αύξηση των αμοιβών υπολογίζεται να κυμανθεί μεταξύ 2,3% και 2,5%. Αν και η αύξηση αυτή είναι σχεδόν διπλάσια του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού μέσου όρου, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος θα συνεχίσει να μειώνεται. Αξίζει να σημειωθεί, ότι από 1ης Ιανουαρίου 2002, οι κατώτατες αποδοχές θα αυξηθούν κατά περίπου 1%. Αυτό οφείλεται στη ρήτρα που περιείχε η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που υπεγράφη το 2000 μεταξύ ΓΣΕΕ και εργοδοτών, και προέβλεπε την αυτόματη αύξηση του κατώτατου μισθού από 1.1.2002, με διορθωτικό ποσοστό που θα είναι ίσο με τη διαφορά μεταξύ πληθωρισμού του 2001 και προβλεπόμενου κατά την κατάρτιση της ΓΣΣΕ πληθωρισμού 2,3%.

Η απασχόληση προβλέπεται να αυξηθεί ως συνέπεια των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και επενδύσεων και της εφαρμογής του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Απασχόληση. Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να μειωθεί από 11,4% το 2000 σε περίπου 9% το 2004.

 

3.         Το Πλαίσιο της Οικονομικής Πολιτικής

Η οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση είχε ως στόχο τη βελτίωση των επιδόσεων της οικονομίας, την αύξηση της απασχόλησης, την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και την διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

H οικονομική πολιτική, που θα ακολουθηθεί στα επόμενα χρόνια θα συνεχίσει να είναι προσανατολισμένη προς την διατήρηση των συνθηκών σταθερότητας της οικονομίας, τη μεγαλύτερη δημοσιονομική εξυγίανση και την ενδυνάμωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Μέσα στα πλαίσια της Νομισματικής Ένωσης, η μακροοικονομική σταθερότητα θα βασιστεί πρωταρχικά στην δημοσιονομική πολιτική, ενώ η αποτελεσματικότητα και η ανταγωνιστικότητα μπορούν να προαχθούν μέσω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Παρόλο που σημαντική πρόοδος έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, μένουν πολλά ακόμη να γίνουν και ιδιαίτερα στην μεταρρύθμιση του δημοσίου τομέα και της δημόσιας διοίκησης γενικότερα.

3.1        Δημοσιονομική Πολιτική και Προοπτικές για το 2002-2004

Η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει συνετή και στα επόμενα χρόνια με βασική επιδίωξη την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί κυρίως μέσω της συγκράτησης των δημόσιων δαπανών. Στο επίπεδο της Γενικής Κυβέρνησης, εκτιμάται ότι θα υπάρξει μια μικρή πτώση στα συνολικά έσοδα, από 47,3% του ΑΕΠ το 2001 στο 46,8% το 2002, ενώ οι συνολικές δαπάνες αναμένεται ότι θα μειωθούν από το 47,6% του ΑΕΠ το 2001 στο 45,6% το 2004.

Πίνακας 6: Δημοσιονομικές Εξελίξεις Γενικής Κυβέρνησης

 

 

% ΑΕΠ

 

 

2000

 

2001

 

2002

 

2003

 

2004

 
ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ

1. ΓΕΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

-1,1%

0,1%

0,8%

1,0%

1,2%

2. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

-3,55%

-2,35%

-0,85%

-0,65%

-0,15%

3. ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

0,05%

0,05%

0,05%

0,05%

0,05%

4. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

2,4%

2,4%

1,6%

1,6%

1,3%

 

ΓΕΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

5. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΕΣΟΔΑ

46,4%

47,3%

47,1%

46,9%

46,8%

6. ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

47,5%

47,2%

46,3%

45,9%

45,6%

7. ΚΑΘΑΡΕΣ ΔΑΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

-1,1%

0,1%

0,8%

1,0%

1,2%

8. ΤΟΚΟΙ

7,1%

6,5%

5,6%

5,2%

4,8%

9. ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ ΓΕΝΙΚΗΣ

    ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

6,1%

6,6%

6,4%

6,2%

6,0%

 

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ: ΕΣΟΔΑ / ΔΑΠΑΝΕΣ

10. ΦΟΡΟΙ

25,8%

24,8%

24,7%

24,5%

24,6%

11. ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ

13,5%

13,5%

13,5%

13,5%

13,5%

12. ΛΟΙΠΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΕΣΟΔΑ

3,7%

5,4%

5,4%

5,2%

5,0%

13. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΕΣΟΔΑ

46,4%

47,3%

47,1%

46,9%

46,8%

14. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ ΤΟΥ

      ΚΡΑΤΟΥΣ

15,5%

15,8%

15,5%

15,3%

15,2%

15. ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ

      ΑΥΤΟΝ ΣΕ ΕΙΔΟΣ

16,3%

16,5%

16,7%

17,0%

17,3%

16. ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ

0,2%

0,2%

0,1%

0,1%

0,1%

17. ΤΟΚΟΙ

7,1%

6,5%

5,6%

5,2%

4,8%

18. ΛΟΙΠΕΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

1,3%

1,3%

1,2%

1,2%

1,2%

19. ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΠΑΓΙΟΥ

      ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

4,1%

4,2%%

4,3%

4,4%

4,6%

20. ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

47,5%

47,2%

46.3%

45.9%

45.6%

 

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης αναμένεται να εμφανίσει πλεόνασμα της τάξης του 0,1% του ΑΕΠ. Για τα επόμενα χρόνια, το πλεόνασμα προβλέπεται ότι θα είναι ακόμα μεγαλύτερο και θα φτάσει στο 0,8% του ΑΕΠ το 2002, το 1,0% το 2003 και το 1,2% το 2004. Ταυτόχρονα το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, την ίδια περίοδο 2002-2004, θα κυμανθεί γύρω στο 6,5% του ΑΕΠ.

Την περίοδο 2002-2004 η μείωση του ακαθάριστου χρέους της Γενικής Κυβέρνησης θα συνεχιστεί, παρόλο που ο ρυθμός μείωσης του είναι μικρότερος από αυτόν που είχε προβλεφθεί στο Π.Σ.Α του 2000. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος της κυβέρνησης για το ύψος του δημόσιου χρέους δεν έχει αλλάξει, επιδιώκεται δηλαδή η μείωση του λόγου δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ, γύρω στο 60% μέχρι το 2010.

 

Πίνακας 7: Εξελίξεις στο Δημόσιο Χρέος

 

 

% ΑΕΠ

 

2000

 

 

2001

 

2002

 

2003

 

2004

ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΟ ΧΡΕΟΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

102,7%

99,6%

97,3%

94,4%

90,0%

ΜΕΤΑΒΟΛΗ

-1,9%

-3,1%

-2,2%

-2,9%

-4,4%

 

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΟ ΧΡΕΟΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ

6,1%

6,6%

6,4%

6,2%

6,0%

ΤΟΚΟΙ

7,1%

6,5%

5,6%

5,2%

4,8%

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟ ΑΕΠ

7,9%

7,4%

6,9%

7,1%

7,1%

 

Άλλοι Παραγοντες που επηρεάζουν το δημόσιο χρέος  

 

ΕΣΟΔΑ ΑΠΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

2,0%

3,4%

1,6%

1,0%

0,9%

ΠΡΟΚΥΠΤΟΝ ΕΠΙΤΟΚΙΟ

(κεντρικής κυβέρνησης, %)

 

7,4%

 

6,8%

 

6,0%

 

5,7%

 

5,4%

 

Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημοσιονομικής πολιτικής, η Ελληνική Κυβέρνηση προωθεί την συνολική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, η οποία θα ανακοινωθεί μέσα στους πρώτους μήνες του 2002. Οι κύριοι στόχοι αυτής της μεταρρύθμισης είναι:

·         Απλοποίηση του εξαιρετικά πολύπλοκου υπάρχοντος συστήματος,

·         Δικαιότερη κατανομή του φορολογικού βάρους,

·         Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των Ελληνικών επιχειρήσεων,

·         Βελτίωση της λειτουργίας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, και

·         Περαιτέρω μείωση της φοροδιαφυγής.

Αυτές οι αλλαγές αναμένεται όχι μόνο να βελτιώσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα της Ελληνικής οικονομίας, αλλά και να μειώσουν το κόστος διαχείρισης των φόρων και το κόστος συμμόρφωσης των φορολογουμένων.

Ως πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα μια δέσμη φορολογικών μεταρρυθμίσεων που συνοπτικά περιλαμβάνει τα εξής:

1.       Στις συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων που θα γίνουν μέχρι τα τέλη του 2004, ο συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων που θα προκύψουν μειώνεται κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες για τον πρώτο χρόνο, ενώ για το δεύτερο χρόνο η μείωση αυτή θα είναι 5 εκατοστιαίες μονάδες.

2.       Αυξάνεται το αφορολόγητο εισόδημα στις 7.400 ευρώ για τους μη μισθωτούς και στις 8.400 ευρώ για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους,

3.        Καταργείται το χαρτόσημο σε μια μεγάλη σειρά συναλλαγών, όπως π.χ το χαρτόσημο μισθωτών υπηρεσιών, για μισθωτούς και εργοδότες.

4.       Από την 1η Ιανουαρίου 2002, οι αποδόσεις των καταθέσεων σε ρέπος θα φορολογούνται με συντελεστή 7%. Αυτός ο νέος φόρος θα βοηθήσει στη μείωση της στρέβλωσης που προκαλεί η φορολόγηση μόνο του εισοδήματος από τις τραπεζικές καταθέσεις, το οποίο φορολογείται με συντελεστή 15%,

5.       Μειώνεται ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο μαζούτ κατά 50%.

6.       Εισάγεται ευνοϊκή μεταχείριση των εταιριών διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων που επενδύουν σε επιχειρήσεις υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου (venture capital). Το μέτρο αυτό στοχεύει στην εξάλειψη των αντικινήτρων για την προώθηση σχετικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα.

7.       Μειώνεται η φορολογία των κερδών μέχρι και 2,5 ποσοστιαίες μονάδες για εταιρίες που θα αυξήσουν την απασχόληση το 2002, ανάλογα με τον αριθμό των νέων θέσεων εργασίας που θα δημιουργήσουν.

Τα παραπάνω μέτρα αναμένεται να έχουν θετικές επιδράσεις στην ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά και να βοηθήσουν τις επικείμενες διαπραγματεύσεις για την νέα συλλογική σύμβαση εργασίας, αφού αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα των μισθωτών και κυρίως εκείνο των χαμηλότερων εισοδηματικών κλιμακίων.

Σε σχέση με τις δημόσιες δαπάνες, η Κυβέρνηση θα προβεί σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα του προϋπολογισμού και διαχείρισης των δημοσίων δαπανών της Κεντρικής Κυβέρνησης αλλά και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Η Κυβέρνηση στοχεύει επίσης να εισαγάγει αυστηρότερο σύστημα εσωτερικού ελέγχου αλλά και συστήματα ποσοτικής στοχοθέτησης και αξιολόγησης των δημόσιων δαπανών. Για τον σκοπό αυτό, καταρτίζεται ένα σχέδιο, το οποίο όμως θα απαιτήσει χρόνο για να εφαρμοστεί, αλλά θα έχει μακροχρόνιες ευνοϊκές επιπτώσεις στο δημοσιονομικό σύστημα της χώρας.

Για παράδειγμα στον τομέα του Εθνικού Συστήματος Υγείας, ένα μεγάλο σχέδιο βρίσκεται στη φάση της εφαρμογής. Ειδικότερα, η διαχείριση των νοσοκομείων θα αρχίσει να γίνεται από επαγγελματικά διευθυντικά στελέχη (managers), θα εκσυγχρονιστούν τα λογιστικά και πληροφοριακά συστήματα, κτλ. Στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια που θα βελτιώσει το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και θα δίνει κίνητρα σε ικανά στελέχη να ακολουθήσουν σταδιοδρομία στον δημόσιο τομέα.

 

4          Σύγκριση του Π.Σ.Α 2001 με το Π.Σ.Α 2000

Πίνακας 8: Αποκλίσεις Π.Σ.Α 2001 από Π.Σ.Α 2000

 

% του ΑΕΠ

2000

2001

2002

2003

2004

Ρυθμός Αύξησης Πραγματικού ΑΕΠ

 

 

 

 

 

 

Π.Σ.Α 2000

4,1%

5,0%

5,2%

5,5%

5,5%

Π.Σ.Α 2001

4,3%

4,1%

3,8%

4,0%

4,0%

ΔΙΑΦΟΡΑ

+0,2

-0,9

-1,4

-1,5

-1,5

Ισοζύγιο Γενικής Κυβέρνησης

 

 

 

 

 

 

Π.Σ.Α 2000

-0,8%

0,5%

1,5%

2,0%

2,0%

Π.Σ.Α 2001

-1,1%

0,1%

0,8%

1,0%

1,2%

ΔΙΑΦΟΡΑ

+0,3

-0,4

-0,7

-1,0%

-0,8

Δημόσιο Χρέος

 

 

 

 

 

 

Π.Σ.Α 2000

103,9%

98,9%

96,0%

90,5%

84,0%

Π.Σ.Α 2001

102,7%

99,6%

97,3%

94,4%

90,0%

ΔΙΑΦΟΡΑ

-1,2

+0,7

+1,3

+3,9

+6,0

 

Όταν κατατέθηκε το πρώτο Ελληνικό Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, τον Δεκέμβριο του 2000, οι οικονομικές συνθήκες και προοπτικές για την παγκόσμια οικονομία ήταν τελείως διαφορετικές. Σήμερα η οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται σε ύφεση, οι οικονομικές συνθήκες στην Ιαπωνία έχουν επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο και η οικονομική δραστηριότητα στις οικονομίες της ΕΕ έχει επιβραδυνθεί ταχύτερα από όσο αναμενόταν πριν από ένα χρόνο. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να επηρεαστεί και η Ελληνική οικονομία. Αυτό είναι αρκετά εμφανές στις οικονομικές εξελίξεις του 2001, αλλά και στις προοπτικές για τον αμέσως επόμενο χρόνο.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις εξελίξεις παρατηρούμε ότι οι αποκλίσεις του επικαιροποιημένου Π.Σ.Α από το προηγούμενο πρόγραμμα, είναι απόλυτα δικαιολογημένες .

Στις παρακάτω ενότητες επιχειρούμε να εξηγήσουμε συνοπτικά τις διαφοροποιήσεις που υπάρχουν μεταξύ των δύο προγραμμάτων.

 

1.       Ρυθμός Αύξησης Πραγματικού ΑΕΠ

Το 2000 ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν τελικά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από αυτόν που είχε αρχικά προβλεφθεί στο Π.Σ.Α του 2000. Η άνοδος αυτή οφείλεται στην μεγαλύτερη από αυτήν που αναμενόταν αύξηση των εξαγωγών μας, κυρίως προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Για το 2001 και το 2002 εκτιμάται ότι ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα είναι μικρότερος κατά 0,9 και 1,4 ποσοστιαίες μονάδες αντιστοίχως. Αυτή η επιβράδυνση οφείλεται στον περιορισμό του ρυθμού αύξησης της εγχώριας ζήτησης και των εξαγωγών, λόγω της σημαντικής εξασθένισης της διεθνούς οικονομικής δραστηριότητας.

Στο επικαιροποιημένο Π.Σ.Α προβλέπεται ότι το 2003 και 2004, οι ρυθμοί αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα είναι επίσης χαμηλότεροι από αυτούς που είχαν συμπεριληφθεί στο Π.Σ.Α του 2000. Η μείωση κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες οφείλεται:

·         Στην επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της εγχώριας ιδιωτικής κατανάλωσης

·         Στους χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου

·         Στην επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η οποία οφείλεται στο ότι οι εξαγωγές αναμένεται να μειωθούν λόγω της παγκόσμιας οικονομικής επιβράδυνσης. Αντίθετα, ορισμένες εισαγωγές θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν τεχνολογικό εξοπλισμό ο οποίος είναι απαραίτητος στην παρούσα έντονη επενδυτική δραστηριότητα στην Ελλάδα.

Ένας σημαντικός παράγοντας που είναι δύσκολο να προβλεφθεί είναι ο τουρισμός, που προς το παρόν χαρακτηρίζεται από μεγάλες αβεβαιότητες, όχι μόνο λόγω της παγκόσμιας οικονομικής επιβράδυνσης, αλλά και λόγω της συνέχισης του πολέμου κατά της τρομοκρατίας και των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι αεροπορικές εταιρίες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι παραδοχές μας για τις οικονομικές προοπτικές είναι μάλλον συντηρητικές.

 

Πίνακας 9: Παράγοντες που Επηρεάζουν την Αύξηση του ΑΕΠ

(Διαφοροποιήσεις μεταξύ Π.Σ.Α 2001 και Π.Σ.Α 2000, σε ρυθμούς μεταβολής)

 

 

2000

2001

2002

2003

2004

ΑΕΠ

Π.Σ.Α 2000

4,1%

5,0%

5,2%

5,5%

5,5%

 

Π.Σ.Α 2001

4,3%

4,1%

3,8%

4,0%

4,0%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+0,2

-0,9

-1,4

-1,5

-1,5

1. ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Π.Σ.Α 2000

3,1%

3,2%

3,5%

3,7%

3,8%

 

Π.Σ.Α 2001

3,2%

3,1%

2,9%

3,1%

3,1%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+0,1

-0,1

-0,6

-0,6

-0,7

2. ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Π.Σ.Α 2000

0,8%

0,5%

0,5%

0,9%

1,0%

 

Π.Σ.Α 2001

2,3%

1,8%

-0,5%

0,7%

0,7%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+1,5

+1,3

+1,0

-0,2

-0,3

3. ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΠΑΓΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Π.Σ.Α 2000

9,3%

11,7%

12,6%

12,0%

10,0%

 

Π.Σ.Α 2001

7,8%

8,5%

9,5%

9,9%

7,4%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

-1,5

-3,2

-3,1

-2,1

-2,6

4. ΤΕΛΙΚΗ ΕΓΧΩΡΙΑ ΖΗΤΗΣΗ

Π.Σ.Α 2000

4,3%

4,9%

5,0%

5,4%

5,2%

 

Π.Σ.Α 2001

4,4%

4,0%

3,8%

4,4%

3,9%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+0,1

-0,9

-1,2

-1,0

-1,3

5. ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Π.Σ.Α 2000

8,0%

8,8%

9,3%

9,4%

10,1%

 

Π.Σ.Α 2001

18,9%

5,8%

4,8%

6,2%

8,3%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+10,9

-3,0

-4,5

-3,2

-1,8

6. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Π.Σ.Α 2000

7,4%

7,4%

7,5%

7,8%

7,8%

 

Π.Σ.Α 2001

15,0%

5,2%

4,6%

6,8%

6,8%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+7,6

-2,2

-2,9

-1,0

-1,0

7. ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

(Συνεισφορά στην μεταβολή του ΑΕΠ))

Π.Σ.Α 2000

-0,59%

-0,42

-0,32

-0,37

-0,18

 

Π.Σ.Α 2001

-0,43%

-0,28

-0,34

-0,73

-0,21

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

-0,16

-0,14

+0,02

+0,36

+0,03

 

 

2.       Ισοζύγιο Γενικής Κυβέρνησης

Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2000 ήταν τελικά 1,1% του ΑΕΠ και όχι 0,8% όπως είχε αρχικά προβλεφθεί στο Π.Σ.Α του 2000. Η μικρή αυτή απόκλιση οφείλεται σε μικρή υπέρβαση των τρεχουσών δαπανών, ιδιαίτερα της δημόσιας κατανάλωσης και των λοιπών τρεχουσών δαπανών.

Το 2001 η απόκλιση από τον στόχο οφείλεται στην υστέρηση εσόδων, όπως αναλύθηκε προηγουμένως. Αντίθετα οι δημόσιες δαπάνες παρέμειναν μέσα στα πλαίσια που είχαν προϋπολογιστεί. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά μετά από το 1974 το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης της Ελλάδας δεν θα είναι αρνητικό. Θα εμφανιστεί πλεόνασμα της τάξης του 0,1% του ΑΕΠ από 0,5% που προβλεπόταν στο Π.Σ.Α του 2000. Το πλεόνασμα αυτό αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια αλλά η αύξηση θα είναι μικρότερη από αυτήν που είχε εκτιμηθεί στο Π.Σ.Α του 2000. Βασικά αίτια αυτής της απόκλισης είναι:

·         Το χαμηλότερο, από το αρχικώς προβλεπόμενο, επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας

·         Η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των φορολογικών εσόδων, που εκτιμάται ότι θα κινηθούν με ρυθμό χαμηλότερο από το ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι το συνολικό φορολογικό βάρος στην οικονομία θα μετριαστεί ως αποτέλεσμα της αναμενόμενης φορολογικής μεταρρύθμισης.

Σημαντική συμβολή στην βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών τα επόμενα έτη, αν και μικρότερη από την αρχικά προβλεπόμενη, εξακολουθεί να έχει η μείωση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης θα είναι της τάξης του 6,4% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, την τετραετία 2001-2004. Στο πρώτο Π.Σ.Α ο αντίστοιχος ρυθμός του πρωτογενούς πλεονάσματος ήταν της τάξης του 7,1%,.

Με το υψηλό δημόσιο χρέος που έχει η χώρα, κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι μια περαιτέρω συγκράτηση των δημοσίων δαπανών θα μπορούσε να εξασφαλίσει το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος, που είχε τεθεί πέρυσι. Ωστόσο οι ανάγκες της χώρας για υποδομές, οι εθνικές συνεισφορές που απαιτούνται για την απορρόφηση των πόρων του 3ου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και οι ασυνήθιστα υψηλές, για οικονομία της ΕΕ, αμυντικές δαπάνες, καθιστούν έναν τέτοιο στόχο πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί.

Πίνακας 10: Παράγοντες που Επηρεάζουν το Ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης

και το Δημόσιο Χρέος

(Διαφοροποιήσεις μεταξύ Π.Σ.Α 2001 και Π.Σ.Α 2000, σε ρυθμούς μεταβολής)

 

 

 

2000

2001

2002

2003

2004

1. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ ΕΣΟΔΑ

Π.Σ.Α 2000

8,4%

7,8%

7,6%

7,0%

7,2%

 

Π.Σ.Α 2001

10,1%

9,2%

6,3%

6,3%

6,9%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+1,7

+1,4

-1,3

-0,7

-0,3

από τα οποία

 

 

 

 

 

 

ΦΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ

Π.Σ.Α 2000

8,0%

7,5%

6,8%

6,5%

6,7%

 

Π.Σ.Α 2001

10,3%

6,0%

5,7%

7,2%

7,3%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+2,3

-1,5

-1,1

-0,7

-0,6

ΦΟΡΟΙ ΣΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Π.Σ.Α 2000

10,0%

7,0%

6,8%

6,0%

5,8%

 

Π.Σ.Α 2001

13,2%

-0,3%

7,0%

5,5%

7,0%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+3,2

-6,7

-0,2

-0,5

+1,2

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ

Π.Σ.Α 2000

8,2%

8,4%

9,0%

8,2%

8,4%

 

Π.Σ.Α 2001

6,6%

6,8%

7,0%

7,2%

7,3%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

-1,6

-1,6

-2,0

-1,0

-1,1

2. ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

Π.Σ.Α 2000

5,7%

5,1%

3,8%

5,0%

5,9%

 

Π.Σ.Α 2001

8,7%

7,1%

3,9%

6,2%

6,2%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+3,0

+2,0

+0,1

+1,2

+0,3

από τις οποίες

 

 

 

 

 

 

ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Π.Σ.Α 2000

7,5%

5,0%

4,5%

4,6%

5,1%

 

Π.Σ.Α 2001

10,1%

10,0%

4,5%

6,0%

6,1%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+2,6

+5,0

0,0

+1,4

+1,0

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ  ΕΚΤΟΣ ΑΥΤΩΝ ΣΕ ΕΙΔΟΣ

Π.Σ.Α 2000

8,0%

7,5%

7,2%

7,2%

7,2%

 

Π.Σ.Α 2001

9,9%

8,7%

8,2%

8,8%

9,0%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

+0,2

+1,2

+1,0

+1,6

+1,3

ΤΟΚΟΙ

Π.Σ.Α 2000

2,9%

-2,6%

-4,5%

-1,0%

-0,5%

 

Π.Σ.Α 2001

2,6%

-2,0%

-7,9%

-0,8%

-1,8%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

-0,3

-0,6

+3,4

-0,2

+1,3

3 ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΠΑΓΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Π.Σ.Α 2000

12,0%

9,0%

8,5%

10,0%

10,0%

 

Π.Σ.Α 2001

10,7%

10,2%

10,0%

9,8%

11,5%

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

-1,3

+1,2

+1,5

-0,2

+1,5

4. ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΕΙΣΠΡΑΤΤΟΜΕΝΕΣ (% ΑΕΠ)

Π.Σ.Α 2000

3,0%

3,2%

3,1%

3,0%