Ομιλία ΥΠΟΙΑΝ στη συζήτηση για το νομοσχέδιο «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» στην Ολομέλεια της Βουλής

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Εισαγωγή

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Εισερχόμεθα σήμερα, με τη συζήτηση στην Ολομέλεια, στη τελική φάση συζήτησης του σχεδίου νόμου για τη ρύθμιση των χρεών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Πρόκειται για ένα σχέδιο νόμου που έρχεται να αντιμετωπίσει ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα στη χώρα μας, αυτό της υπερχρέωσης, κατά τρόπο  ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου.

Απελευθέρωση χρηματοπιστωτικών αγορών και υπερχρέωση

Η σημαντική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία καλύπτει ένα μεγάλο θεσμικό κενό που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια στη χώρα μας. Ένα θεσμικό κενό, που όλες σχεδόν οι ανεπτυγμένες χώρες είχαν φροντίσει να καλύψουν ήδη από τη δεκαετία του 1990. Ένα θεσμικό κενό που διευρύνθηκε από τον τρόπο με τον οποίο απελευθερώθηκε το Χρηματοπιστωτικό Σύστημα όσο στις περισσότερες χώρες όσο και στον τόπο μας και κυρίως από την απουσία μηχανισμών αποτελεσματικής ρύθμισης εκ μέρους του δημοσίου. Η ανάλυση των διεθνών οικονομικών εξελίξεων τα τελευταία χρόνια αλλά και της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξέσπασε το 2007 οδηγεί σε πέντε κύριες διαπιστώσεις:

Πρώτη, η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών από τη δεκαετία του ’90 και μετά τόσο στον κόσμο όσο και στην Ελλάδα έγινε χωρίς κανόνες και χωρίς τη δημιουργία θεσμών αποτελεσματικής εποπτείας και ελέγχου.

Δεύτερη διαπίστωση, απόρροια της ελλιπούς εποπτείας και ρύθμισης ήταν η ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση, η οποία δημιούργησε φαινόμενα «φούσκας» στις αγορές. Στις ΗΠΑ δημιουργήθηκε η «φούσκα» των στεγαστικών δανείων. Στη χώρα μας, η «φούσκα» της καταναλωτικής πίστης. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, σ’ ένα οικονομικό περιβάλλον υψηλής ρευστότητας και χαμηλού κόστους δανεισμού, αύξησαν υπέρμετρα την καταναλωτική πίστη. Έτσι, στην Ελλάδα η καταναλωτική πίστη τετραπλασιάστηκε σε πέντε μόλις χρόνια. Το ποσοστό καταναλωτικής της πίστης έγινε το 2008 το υψηλότερο στην Ευρωζώνη. Το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 21% το 2008 από 9,8% το 2001, δηλαδή διπλασιάστηκε. Η ραγδαία ανάπτυξη της καταναλωτικής πίστης στήριξε με τη σειρά της την ιδιωτική κατανάλωση και κατασκευαστική δραστηριότητα που αποτέλεσαν και την βασική ατμομηχανή της μεγέθυνσης κατά την περίοδο 2003 - 2008.

Τρίτη διαπίστωση, η ανεξέλεγκτη αύξηση στην καταναλωτική πίστη, σε συνδυασμό με την απουσία πρακτικών υπεύθυνου δανεισμού από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ενός ισχυρού καταναλωτικού κινήματος από την άλλη, οδήγησαν πολλούς συμπολίτες μας στον υπερδανεισμό και στην υπερχρέωση, φαινόμενα που έγιναν έκδηλα με την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας από το 2008 και μετά. Η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών αύξησε το ποσοστό των καθυστερήσεων στην πληρωμή οφειλών από το 4,5% στο τέλος του 2007, στο 5% στο τέλος του 2008, στο 7,7% το Δεκέμβριο του 2009. Για τα καταναλωτικά δάνεια, οι καθυστερήσεις ξεπέρασαν το 13% τον Δεκέμβριο του 2009 (13,4%) από 8,2% το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Από 12 δις που ήταν το υπόλοιπο της καταναλωτικής πίστης το 2003 ανήλθε σε 46 δις το 2008.

Τέταρτη διαπίστωση, η έλλειψη μηχανισμών και θεσμών επίλυσης του φαινομένου της υπερχρέωσης προκάλεσε, σε πολλούς συμπολίτες μας, τεράστια οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα. Πολλά νοικοκυριά έχουν υπερχρεωθεί σε τέτοιο βαθμό που οδηγούνται στη περιθωριοποίηση, καθώς, δεν διαθέτουν αγοραστική δύναμη και  δυνατότητα απεγκλωβισμού από την υπερχρέωση. Ολόκληρες οικογένειες ζουν με τον βραχνά της πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών, με το φόβο ότι θα χάσουν το σπίτι τους, με την αγωνία του αύριο.

Πέμπτον, τα υψηλά περιθώρια κέρδους που δημιουργήθηκαν από την ραγδαία αύξηση της στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για το χρηματοπιστωτικό σύστημα αλλά και οι δυνατότητες αποδοτικών τιτλοποιήσεων ιδιαίτερα των στεγαστικών δανείων δημιούργησαν αντικίνητρα για την διοχέτευση πιστώσεων σε παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το ποσοστό των επιχειρηματικών δανείων, στο σύνολο των δανείων, μειώθηκε από 60% το 2003, στο 48% το 2009 ενώ ο λόγος δανείων προς νοικοκυριά για καταναλωτική και στεγαστική πίστη σε σχέση με τα δάνεια στις επιχειρήσεις σχεδόν διπλασιάστηκε από 0,66 σε 1,08 την ίδια περίοδο. Με απλά λόγια, ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεων κατευθύνθηκαν στην κατανάλωση και όχι στην επένδυση και στην παραγωγή, μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Οι πέντε αυτές διαπιστώσεις ή όπως χαρακτηρίζονται στην οικονομική επιστήμη «αποτυχίες» της αγοράς, εξηγούν πολλές από τις στρεβλώσεις που καλούμεθα σήμερα να άρουμε:

  1. Την απότομη ανακοπή της συνολικής πιστωτικής επέκτασης από 21,2% τον Δεκέμβριο του 2005 στο 2,8% τον Μάιο του 2010
  2. Την στέρηση απαραίτητης ρευστότητας προς βιώσιμες επιχειρήσεις
  3. Την αύξηση καθυστερήσεων οφειλών αλλά και τη δημιουργία ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με κινδύνους για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα
  4. Την αδυναμία πολλών νοικοκυριών, λόγω υπερχρέωσης, να συμμετέχουν στην οικονομική ζωή.

Γενικότερα όμως οι στρεβλώσεις αυτές σε συνδυασμό με την αδικαιολόγητη διαχρονική απεμπόληση εκ μέρους της πολιτείας της ευθύνης που είχε να λάβει μέτρα προαγωγής του υπεύθυνου δανεισμού και πρόληψης και αντιμετώπισης της υπερχρέωσης, οδήγησαν στην καταστρατήγηση δύο θεμελιωδών αρχών που επηρεάζουν την ποιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος σε κάθε κοινωνία. Αναφέρομαι στην αρχή της οικονομικής δημοκρατίας από τη μία μεριά και στο κοινωνικό δικαίωμα κάθε πολίτη σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Η ασύμμετρη ισχύς και διαπραγματευτική δύναμη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων έναντι των καταναλωτών αλλά και των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, σε πολλές χώρες όξυνε τα προβλήματα οικονομικής δημοκρατίας. Η υπερχρέωση στερεί από επιχειρήσεις και νοικοκυριά διαπραγματευτική δύναμη. Οι υπερχρεωμένοι καθίστανται ανήμποροι στη συγκεκριμένη αγορά να διαπραγματευτούν το μέγεθος ή τους όρους δανεισμού,  πόσο μάλλον να προβούν σε ρυθμίσεις χρεών ή επαναδιαπραγμάτευση παλαιότερων συμβάσεων.

Ταυτόχρονα, η δυσχερής οικονομική και κοινωνική θέση στην οποία περιέρχονται πολλά νοικοκυριά θίγει το θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, αυτό της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Μία από τους πολλούς συμπολίτες μας που συμμετείχε στη διαβούλευση έγραψε:

«Ο πατέρας μου έχει στεγαστικό δάνειο 190.000 ευρώ ,το οποίο πλέον δεν μπορεί να αποπληρώσει .Είναι 68 χρονών με μόνο εισόδημα τη σύνταξή του 780 ευρώ. Το μόνο περιουσιακό του στοιχείο είναι ένα σπίτι 210τ.μ.,μέσα στο οποίο μένω κι εγώ με τρία παιδιά. Οι μηνιαίες δόσεις είναι 1500 ευρώ. Μέχρι τώρα τα πληρώναμε παίρνοντας πότε δάνειο από μια τράπεζα πότε από άλλη ,γιατί κι ο μισθός μου δεν έφτανε. Αυτή τη στιγμή είμαι κι εγώ υπερχρεωμένη και είμαστε σε απόγνωση. Δε σκέφτομαι τίποτα άλλο παρά μόνο πως θα ζήσω τα παιδιά μου. Είναι το μόνο που μας κρατάει πια στη ζωή.»

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Η κραυγή αυτή αγωνίας, το δράμα αυτών των οικογενειών αναδεικνύει τη σημασία και την αναγκαιότητα του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους. Το σχέδιο νόμου το οποίο αύριο καλούμεθα να ψηφίσουμε θωρακίζει όσο είναι αυτό δυνατό την οικονομική δημοκρατία και το κοινωνικό δικαίωμα του πολίτη στην αξιοπρεπή διαβίωση.

Βελτιώνει τη θέση του πολίτη, του δανειολήπτη έναντι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων καθώς του δίνεται η ευκαιρία για εξωδικαστικό συμβιβασμό, δημιουργεί πίεση στις τράπεζες να προβούν σε ρυθμίσεις και να συμβιβαστούν, επιτρέπει στη δικαστική εξουσία, στα Ειρηνοδικεία, να αποτιμήσουν τις δυνατότητες πληρωμής κάθε δανειολήπτη με βάση το εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία και να απαλλάξει τον δανειολήπτη από τα χρέη του αν αυτό επιβάλλεται για την εξασφάλιση του κοινωνικού δικαιώματος σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Είναι ακριβώς αυτή η ισχυροποίηση της διαπραγματευτικής δύναμης του δανειολήπτη έναντι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και η ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους που δημιούργησε σ’ όλες τις χώρες εντάσεις και ενστάσεις από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε καμία χώρα δεν προωθήθηκε ένα τέτοιο νομοσχέδιο σε λιγότερο από ένα χρόνο από τότε που κατατέθηκε ως πρόταση νόμου.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι το σχέδιο νόμου το οποίο αύριο καλούμεθα να ψηφίσουμε, θωρακίζει όσο είναι αυτό δυνατό την οικονομική δημοκρατία και το κοινωνικό δικαίωμα του πολίτη στην αξιοπρεπή διαβίωση.

Πέρα από την πλούσια εμπειρία των χωρών που διαθέτουν ήδη από μακρού αντίστοιχους θεσμούς με αυτούς που εισάγει το σχέδιο νόμου, θα ήθελα ιδιαίτερα να θυμίσω σε αυτό το σημείο τη σύσταση 8/2007 του Συμβουλίου της Ευρώπης που καλεί όλα τα κράτη-μέλη, να εισάγουν τους αναγκαίους μηχανισμούς που θα επιτρέψουν, μεταξύ άλλων με τη μερική ή και ολική διαγραφή χρεών,  την αποκατάσταση των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και την επανασυμμετοχή τους στις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες.

Περιεχόμενο σχεδίου νόμου

Το σχέδιο νόμου που σήμερα συζητάμε δίνει πράγματι, με τρόπο ρεαλιστικό, την προοπτική απεγκλωβισμού των υπερχρεωμένων καταναλωτών και επαγγελματιών  από την υπερχρέωση. Δίνει τη δυνατότητα ανατροπής της κατάστασης ομηρίας, στην οποία έχουν περιέλθει οι υπερχρεωμένοι  απέναντι στους πιστωτές τους (τράπεζες κλπ), και από την παράταση της οποίας  άλλωστε και οι ίδιοι οι πιστωτές  δεν έχουν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Αποτελεί μία μεγάλη τομή στις ιδιωτικές σχέσεις, και ιδίως αυτές των οφειλετών προς τα πιστωτικά ιδρύματα. Καθιερώνει ουσιαστικά και στη χώρα μας τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, τη δυνατότητα δηλαδή της πτώχευσης του ιδιώτη, όταν δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίησή τους και δεν επαρκούν προς τούτο ούτε τα τρέχοντα ούτε τα προσδοκώμενα εισοδήματα του οφειλέτη.

Είναι σημαντικό για πολλούς λόγους να έρθουν τα μέρη σε μία ρεαλιστική  μεταξύ τους συμφωνία που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα και των δύο μερών. Το σχέδιο νόμου δίνει σημαντικά κίνητρα και στις δύο πλευρές να έρθουν σε ένα συμβιβασμό μεταξύ τους. Γι’ αυτό άλλωστε προβλέπει δύο φάσεις επιδίωξης συμβιβασμού ανάμεσα στον οφειλέτη και στους πιστωτές του.

Εάν δεν ευοδωθεί το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού, ο υπερχρεωμένος καταναλωτής ή επαγγελματίας, εφόσον εξοφλήσει μέσα σε τέσσερα έτη, σύμφωνα με τις πραγματικές του δυνατότητες, ένα μέρος των χρεών, όπως καθορίζεται από το δικαστήριο, αποκτά το δικαίωμα για ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα στη ζωή του, απαλλασσόμενος από το υπόλοιπο των χρεών του.

Στις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου υπάγονται μόνο εκείνοι που βρίσκονται σε αποδεδειγμένη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, εκείνοι δηλαδή που με βάση τα εισοδήματά τους, τρέχοντα και μελλοντικά προσδοκώμενα,  δεν έχουν τη δυνατότητα  να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους από χρέη.

Ενίσχυση καταναλωτικού κινήματος

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε και στη χώρα μας να αναπτυχθεί ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό καταναλωτικό κίνημα. Ήδη, με την αρμόδια Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, αλλά και σε συνεργασία με τους δικηγορικούς συλλόγους και τις καταναλωτικές οργανώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, σχεδιάζουμε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο υποστήριξης των δανειοληπτών που θέλουν να ενημερωθούν και να υποβοηθηθούν ώστε να κάνουν χρήση του νόμου.

Επίλογος

Είμαι σίγουρη ότι από τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου ωφελημένοι δεν θα είναι μόνο οι υπερχρεωμένοι αλλά εντέλει και τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα. Γι’ αυτό και επαναλαμβάνω, κανείς  δεν έχει να κερδίσει κρατώντας τους συμπολίτες αυτούς σε κατάσταση ομηρίας. Αντιθέτως, τα νοικοκυριά αυτά έχουν πλέον, με την προοπτική που τους ανοίγεται,  κάθε λόγο να εξαντλήσουν τις δυνατότητές τους για την αποπληρωμή  του χρέους εκείνου που μπορούν πράγματι να εξυπηρετήσουν. Και αυτό γιατί η πληρωμή δεν παραμένει σε αυτές τις περιπτώσεις στη διαιώνιση του χρέους αλλά προσφέρει διέξοδο και προοπτική απεγκλωβισμού από την υπερχρέωση.

Στις κρίσιμες συνθήκες  που βρισκόμαστε έχουμε μεγαλύτερο ακόμη χρέος να στηρίξουμε τους αδύναμους συμπολίτες μας, να τους διασφαλίσουμε ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, να προάγουμε την επανένταξη και  συμμετοχή τους στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.  Έχουμε ευθύνη να εμβαθύνουμε την οικονομική δημοκρατία και να κατοχυρώσουμε όσο είναι δυνατό το κοινωνικό δικαίωμα σ’ ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Και αυτούς τους στόχους υπηρετεί το σχέδιο νόμου που συζητάμε.  Σας καλώ γι’ αυτό να το ψηφίσετε.

Σας ευχαριστώ.