Ομιλία Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης Αλέξη Χαρίτση, στην Κοινή συνεδρίαση Ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Περιφερειών.

Αξιότιμη κυρία Επίτροπε, κυρίες και κύριοι βουλευτές, βρισκόμαστε σήμερα εδώ να μιλήσουμε για τις πολιτικές συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μία κρίσιμη συγκυρία για το μέλλον της Ένωσης αλλά και της Ευρώπης συνολικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με προκλήσεις πρωτοφανείς στην ιστορία της – η αποχώρηση της Βρετανίας, η άνοδος της εθνικιστικής ακροδεξιάς, η οικονομική και προσφυγική κρίση αποσταθεροποιούν το πλαίσιο πάνω στο οποίο κινήθηκαν για δεκαετίες τα Κράτη Μέλη και διασφάλιζε την αργή αλλά σταθερή εμβάθυνση της συνεργασίας τους. Πλέον καλούμαστε όλοι να πάρουμε τολμηρές αποφάσεις που θα ενισχύουν την κοινωνική συνοχή τόσο μέσα στα Κράτη Μέλη, όσο και μεταξύ τους, θα αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αποφάσεις με άλλα λόγια, που θα διασφαλίσουν το μέλλον της Ένωσης απέναντι στις φυγόκεντρες τάσεις που πληθαίνουν επικίνδυνα το τελευταίο διάστημα.

Πριν ωστόσο αναπτύξω τις δικές μας θέσεις γι αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ επιγραμματικά στο πως αξιοποιήσαμε εμείς τους πόρους των Διαρθρωτικών Ταμείων στο πλαίσιο υλοποίησης των πολιτικών συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτές τις μέρες έκλεισε και τυπικά το ΕΣΠΑ της περιόδου 2007-2013 με την αποστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή της τελικής έκθεσης ολοκλήρωσης του συνόλου των Προγραμμάτων. Καταφέραμε και απορροφήσαμε πλήρως τους κοινοτικούς πόρους, διασφαλίζοντας ότι δεν θα χαθεί ούτε ένα ευρώ από την πραγματική οικονομία. Με σκληρή δουλειά και άρτιο σχεδιασμό, εξυγιάναμε τα Προγράμματα και επιταχύναμε δραστικά την υλοποίηση των έργων. Η χώρα μας μάλιστα ήρθε πρώτη σε ποσοστό απορρόφησης (106,3%) σε ολόκληρη την Ένωση, αποσπώντας τα εύσημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Θέλω σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσω την Επίτροπο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πολύτιμη βοήθεια που μας παρείχαν σε αυτή τη προσπάθεια, με την αλλαγή του κανονισμού τον Οκτώβριο του 2015, η οποία διευκόλυνε σημαντικά την απορρόφηση.

Αυτά δεν είναι αφηρημένα νούμερα. Είναι πολύτιμα κονδύλια που κράτησαν την οικονομία όρθια σε μία συγκυρία εξαιρετικά δύσκολη και που χρηματοδότησαν ένα πλήθος από κρίσιμα έργα όλη τη χώρα. Αναγκαίες υποδομές που χρόνιζαν εδώ και δεκαετίες, στο περιβάλλον, την ενέργεια, τα οδικά δίκτυα.

Την ίδια στιγμή ενεργοποιήσαμε πρώτοι το νέο ΕΣΠΑ (2014-2020), σε ποσοστό που ξεπερνάει το 56% (προσκλήσεις άνω των 10 δις. ευρώ) και ξεπεράσαμε κατά πολύ τον στόχο απορρόφησης του 7% για το 2016 που είχαμε θέσει από κοινού με την Επιτροπή, πράγμα που μεταφράζεται σε 1,6 δις. ευρώ κοινοτικών πόρων για την πραγματική οικονομία. Ενεργοποιήσαμε πάλι πρώτοι στην Ευρώπη τις δράσεις για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας.

Με δεδομένη λοιπόν την ποσοτική αποτελεσματικότητα, στη νέα προγραμματική περίοδο επικεντρώνουμε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των παρεμβάσεων μας. Ανοίξαμε το ΕΣΠΑ στην κοινωνία, κατοχυρώσαμε και εμβαθύναμε τη διαβούλευση με όλους τους φορείς, ώστε να σχεδιάζουμε από κοινού τις δράσεις εκείνες που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και των πολιτών.

Με μία σειρά από τομές στη λειτουργία του ΕΣΠΑ κατοχυρώνουμε τη διαφάνεια και τον αποτελεσματικό έλεγχο των διαδικασιών του, διασφαλίζοντας ότι δεν θα επαναληφθούν ξανά τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης που πλήγωσαν την εμπιστοσύνη των πολιτών και έπληξαν το κύρος της χώρας διεθνώς.

Πολύ περισσότερο όμως, υλοποιούμε για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες έναν ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχεδιασμό με ξεκάθαρες προτεραιότητες και στον οποίο υπάγονται όλα τα χρηματοδοτικά εργαλεία που έχουμε στη διάθεση μας – τα προγράμματα του νέου ΕΣΠΑ, τα καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία που αναπτύξαμε σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς, τα καθεστώτα του νέου Αναπτυξιακού Νόμου. Τέρμα πια οι κοντόφθαλμες και αποσπασματικές παρεμβάσεις που σπατάλησαν τους πόρους και γέμισαν τη χώρα με κουφάρια.

Δίνουμε έμφαση σε μία δυναμική και καινοτόμο μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, σε προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας και σε τομείς όπου η ελληνική οικονομία εμφανίζει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως η αγροδιατροφή, οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, οι μεταφορές, η ενέργεια.

Κυρίως όμως επενδύουμε στον πιο πολύτιμο παραγωγικό συντελεστή της χώρας μας, το ανθρώπινο δυναμικό. Τις νέες και νέους επιστήμονες, με τις διεθνείς διασυνδέσεις που λόγω των πολιτικών απαξίωσης της εργασίας που ακολουθήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, έφευγαν μαζικά στο εξωτερικό. Μία θλιβερή πραγματικότητα την οποία είμαστε αποφασισμένοι να την αλλάξουμε.

Δημιουργήσαμε ακόμη, μία σειρά από νέα χρηματοοικονομικά εργαλεία, όπως το καινοτόμο Ταμείο Συνεπενδύσεων (EquiFund) και το Ταμείο Επιχειρηματικότητας που μοχλεύουν κατά πολύ τους διαθέσιμους πόρους ενισχύοντας σημαντικά περισσότερους δικαιούχους. Αυξάνουμε έτσι ακόμα περισσότερο τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία και επιτυγχάνουμε πολλαπλά αναπτυξιακά αποτελέσματα. Στην ίδια λογική, παρέχουμε για πρώτη φορά, μία σειρά από χρηματοδοτικές διευκολύνσεις, στους υποψήφιους επενδυτές, όπως ο Ανοιχτός Καταπιστευτικός Λογαριασμός, που επιτρέπουν την άμεση και απρόσκοπτη υλοποίηση των επενδυτικών τους σχεδίων

Τέλος, εντάξαμε εξαρχής στη δομή του νέου ΕΣΠΑ έναν κοινωνικό πυλώνα με στοχευμένες παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση χρόνιων κοινωνικών προβλημάτων και την ενίσχυση των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Μπορέσαμε έτσι να χρηματοδοτήσουμε δεκάδες χιλιάδες θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς αλλά και την πρόσληψη των αναγκαίων αναπληρωτών καθηγητών ώστε να ανοίξουν στην ώρα τους όλα τα σχολεία.

Όλα αυτά λοιπόν δεν είναι σχέδια επί χάρτου, γίνονται ήδη πράξη. Αυτή τη στιγμή τρέχουν μέσα από τα προγράμματα του ΕΣΠΑ και τα καθεστώτα του νέου Αναπτυξιακού Νόμου, πάνω από 20 προσκλήσεις, συνολικού προϋπολογισμού άνω των 2 δισ. ευρώ για την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Μέσα από αυτές χρηματοδοτούνται παρεμβάσεις στην έρευνα και τη σύνδεση της με την παραγωγή, στις νεοφυείς επιχειρήσεις, για την αναβάθμιση υπαρχουσών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, στη βιομηχανία και στη μεταποίηση, στον τουρισμό.

Οι προσκλήσεις αυτές συνάντησαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον από τους επενδυτές και κατατέθηκαν πολλά ποιοτικά σχέδια, γεγονός που φανερώνει πόσο έντονη είναι η ανάγκη στην οικονομία για μία νέα αναπτυξιακή λογική.

Για να ικανοποιήσουμε την μεγάλη ζήτηση αυξήσαμε πολλές φορές τους προϋπολογισμούς μίας σειράς προγραμμάτων.

Σήμερα λοιπόν ανακοινώνουμε την αύξηση για μία ακόμη φορά του προϋπολογισμού για τις δράσεις ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας του ΕΠΑΝΕΚ. Πιο συγκεκριμένα:

•           Στη δράση «Ενίσχυση Αυτοαπασχόλησης αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» και για τον Α΄ Κύκλο ο προϋπολογισμός αυξάνεται κατά 25 εκατ. ευρώ (από τα 62,3 στα 87 εκατ. ευρώ) και προστίθενται πάνω από 1000 ωφελούμενοι (από 2.444 σε 3.482).

•           Στη Δράση «Νεοφυής Επιχειρηματικότητα» και για τον Ά Κύκλο ο προϋπολογισμός αυξάνεται κατά 19 εκατ. ευρώ.

•           Στη Δράση «Ενίσχυση υφιστάμενων ΜΜΕ» και για τον Ά Κύκλο, ο προϋπολογισμός αυξάνεται κατά 112 εκατ. ευρώ (από 131,1 σε 243,3) και οι ωφελούμενοι κατά περίπου 2000 (από 2073 σε 3971).

Μέρος Β – Πολιτικές Συνοχής

Επιτρέψτε μου τώρα να σταθώ στο πολύ ουσιαστικό ζήτημα των Πολιτικών Συνοχής. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να πούμε ότι η Ένωση βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Οι σκληρές πολιτικές λιτότητας που επικράτησαν το προηγούμενο διάστημα διεύρυναν την κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και έθεσαν σε αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή ιδέα. Σε μία σειρά Κράτη Μέλη εμφανίστηκαν ευρωσκεπτικιστικές, εθνικιστικές και ξενοφοβικές δυνάμεις που διεκδικούν αναβαθμισμένο ρόλο.

Με δεδομένες λοιπόν αυτές τις εξελίξεις, έχει ήδη αρχίσει στο εσωτερικό της Ένωσης μία κρίσιμη συζήτηση που αφορά τη φυσιογνωμία της μετά το 2020. Εδώ συγκρούονται δύο λογικές. Η μία προωθείται από συντηρητικούς κύκλους και προκρίνει πάνω από όλα τη δημοσιονομική πειθαρχία και την ανταγωνιστικότητα, διεκδικώντας ουσιαστικά την εγκατάλειψη των πολιτικών συνοχής όπως τις γνωρίζαμε μέχρι τώρα και οι πόροι να διανέμονται κεντρικά, χωρίς το κριτήριο της σύγκλισης μεταξύ των χωρών να είναι το καθοριστικό.

Η άλλη – την οποία υποστηρίζουμε και εμείς – διεκδικεί τη διεύρυνση και την εμβάθυνση του πολιτικού πλαισίου της αλληλεγγύης και των προγραμμάτων συνοχής των Διαρθρωτικών Ταμείων, ώστε να αμβλυνθούν οι μεγάλες ανισότητες ανάμεσα στα κράτη – που διευρύνθηκαν ακόμα περισσότερο από την κρίση – και να συγκλίνουν πραγματικά οι οικονομίες τους. Η επιλογή αυτή πιστεύουμε, είναι όρος ύπαρξης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε αυτή τη συζήτηση οφείλουν όλοι να πάρουν ξεκάθαρη θέση.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η Πολιτική Συνοχής, όπως γνωρίζετε, είχε και έχει ως αφετηρία την επιταγή της Ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΕ (Άρθρο 174) για οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή μέσω της οποίας καλείται η Ένωση να προάγει την ισόρροπη και αρμονική ανάπτυξη των κρατών μελών της και των περιφερειών τους. Ειδικότερα στοχεύει στη «μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των περιφερειών και τον περιορισμό της υστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιφερειών».

Στο πλαίσιο αυτό, η Πολιτική Συνοχής αποτελεί διαχρονικά τη βασική πολιτική της ΕΕ για τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής πολυπολιτισμικής Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου μέσα από την ετερότητα των Περιφερειών της συν-διαμορφώνεται η κοινή στόχευση και η σύγκλιση. Επίσης αναγνωρίζεται ως η κύρια αναπτυξιακή στρατηγική της ΕΕ και τα παρεχόμενα μέσα υλοποίησής της είναι τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και τα Επενδυτικά Ταμεία.

Τέλος, νομίζω ότι θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η πολιτική συνοχής έχει την ισχυρότερη θετική αναγνωρισιμότητα από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάμεσα σε όλες τις υπόλοιπες πολιτικές της Ένωσης.

Το μοντέλο της επιμερισμένης διαχείρισης, δηλαδή της κοινής διαχείρισης των πόρων μεταξύ κράτους μέλους και Επιτροπής κάνει τους πολίτες και τα συλλογικά τους όργανα συμμέτοχους στις αποφάσεις και συμβάλλει στην αναγνωρισιμότητα των αποτελεσμάτων των παρεμβάσεων. Γι αυτό τον λόγο πιστεύουμε πως πρέπει να διατηρηθεί.

Ωστόσο, εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα εμφατικά μετά την εισαγωγή της Στρατηγικής «Ευρώπη 2020» της ΕΕ για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, αλλά και με αφορμή τη χρηματοοικονομική και δημοσιονομική κρίση (2008-σήμερα), επιχειρείται συστηματικά μια μετατόπιση της εστίασης των προτεραιοτήτων της ΕΕ στην ανταγωνιστικότητα και τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Αυτό επηρέασε σημαντικά τη στόχευση της Πολιτικής Συνοχής που αναδιαμορφώθηκε για την περίοδο 2014-2020, με σκοπό να ευθυγραμμιστεί κυρίως με τους στόχους της Στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και μάλιστα να αποτελέσει το σημαντικότερο μέσο επίτευξης των στόχων της, λόγω και του μεγάλου μεριδίου που κατέχει στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2014-2020 της ΕΕ (33,9%). Είναι εντυπωσιακό ότι από τα προγραμματικά και κανονιστικά κείμενα της ΕΕ για την περίοδο 2014 – 2020 έχουν εξαλειφθεί παντελώς οι λέξεις «συνοχή» και «σύγκλιση».

Υπάρχει λοιπόν μια τάση στα πλαίσια της Ένωσης, συντηρητικών κυρίως κύκλων που οδηγεί σε σταδιακή μετάλλαξη – υποβάθμιση την πολιτική συνοχής. Η στροφή αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της Ιδρυτικής Συνθήκης που στο άρθρο 175 επιτάσσει:

«Η διαμόρφωση και η υλοποίηση των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης καθώς και η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, λαμβάνουν υπόψη τους στόχους της πολιτικής συνοχής και συμβάλλουν στην πραγματοποίησή τους».

Σ αυτό το ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα, καλώ ξανά όλες τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις να πάρουν θέση.

Οι πόροι για την πολιτική της συνοχής για την περίοδο 2014-2020 παρέμειναν περίπου στα ίδια επίπεδα με αυτά της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου. Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2014-2020 ανέρχεται στα 960 δις (τιμές 2011), αποτελώντας μόλις το 1% του ΑΕΠ των κρατών μελών της ΕΕ (GNI 28).

Θέλω ωστόσο να τονίσω εδώ πως στην κατανομή των πόρων ελήφθησαν υπόψη τα στοιχεία του κατά κεφαλή ΑΕΠ (GNI) για τα έτη 2008-2010. Όταν η κρίση «βάθυνε» μετά το 2010 και έπληξε δυσανάλογα ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, δεν υπήρξε η αναγκαία τροποποίηση. Την ίδια στιγμή, στοιχεία όπως η ανεργία, η φτώχεια, η προσβασιμότητα, η νησιωτικότητα, δεν ελήφθησαν υπόψη ή συμμετείχαν με τόσο μικρή βαρύτητα στο μοντέλο κατανομής των πόρων που πρακτικά δεν έγιναν αισθητά, δίνοντας σχεδόν αποκλειστική βαρύτητα στο κατά κεφαλή ΑΕΠ.

Νομίζω ότι είναι ώριμο πλέον να δουλέψουμε σε μια κατεύθυνση σημαντικής ενσωμάτωσης τέτοιων δεικτών στην κατανομή των πόρων της επόμενης προγραμματικής περιόδου.

Είναι επιτακτικό ο Π/Υ για την πολιτική συνοχής όχι μόνο να διατηρηθεί, αλλά να αυξηθεί. Γνωρίζουμε ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο στις παρούσες συνθήκες (πχ Brexit). Ωστόσο πρέπει να επιμείνουμε σε αυτό τον σκοπό προκειμένου να ανασχεθεί η αύξηση των περιφερειακών ανισοτήτων σε επίπεδο ΕΕ, να αντιμετωπισθούν οι αυξανόμενες προκλήσεις σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο και κυρίως, να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη που πρέπει να αποτελεί στρατηγικό στόχο της Ε.Ε.

Επιπλέον πρέπει να δουλέψουμε από κοινού με την Επιτροπή στην απλοποίηση των κανόνων και των διαδικασιών και στην μείωση της γραφειοκρατίας τόσο στο ενωσιακό όσο και στο εθνικό επίπεδο. Χαιρετίζουμε λοιπόν την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προτείνει απλοποίηση των κανόνων προς όφελος των Δικαιούχων και των Διαχειριστικών Αρχών και ήδη συμβάλλουμε στην προσπάθεια αυτή με συγκεκριμένες προτάσεις.

Γνωρίζουμε κυρία Επίτροπε ότι η καλύτερη υπεράσπιση της πολιτικής συνοχής είναι η υλοποίηση παρεμβάσεων με υψηλή προστιθέμενη αξία, και πάνω απ όλα με ορατά και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Πρέπει να αποδεικνύουμε διαρκώς ότι τα χρήματα του Προϋπολογισμού της Ένωσης πιάνουν τόπο. Εμείς δουλεύουμε με συνέπεια πάνω σ’ αυτό τον στόχο προσθέτοντας επιχειρήματα υπέρ της πολιτικής συνοχής.

Κυρίες και κύριοι, Η πολιτική της συνοχής ήταν «ένα πολιτικό πλαίσιο αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Ας την ενισχύσουμε ουσιαστικά! Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να αντιμετωπίσουμε τις σύγχρονες ευρωπαϊκές προκλήσεις και για να διασφαλίσουμε το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από το Γραφείο Τύπου