Ομιλία Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης στην Έκθεση «EXPOASTANA 2017» στο Καζακστάν

Κυρίες και Κύριοι καλημέρα σας,

Θέλω να σας ευχαριστήσω για τη σημερινή παρουσία σας σε μία τόσο σημαντική διεθνή έκθεση όπως αυτή της Αστανά και να ευχαριστήσω κυρίως τις αρχές του Καζακστάν που τη φιλοξενούν και προσφέρουν σήμερα την ευκαιρία σε μένα να μιλήσω για τη χώρα μου την Ελλάδα.

Πριν όμως σας μιλήσω για τη χώρα μου, θα ήθελα να τονίσω πως η Ελλάδα αναπτύσσει σταθερά τις σχέσεις της με το Καζακστάν τα τελευταία 20-25 χρόνια. Τόσο γιατί έχει παρεμφερείς θέσεις σε πολλά ζητήματα της περιφερειακής και της διεθνούς πολιτικής με την ένατη μεγαλύτερη χώρα στον πλανήτη, όσο γιατί αναγνωρίζει σε αυτή μία ειρηνική χώρα με σημαντικές επιτυχίες στην οικοδόμηση ενός δυνατού και ισχυρού κράτους και μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης: σήμερα το Καζακστάν είναι μία από τις 25 πιο δυναμικές οικονομίες της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, έχει καταστεί αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας κοινότητας και συμμετέχει ενεργά στην επίλυση μιας σειράς διεθνών προβλημάτων.

Επιπλέον, ως μία κατ’ εξοχήν χώρα-παραγωγός υδρογονανθράκων, το Καζακστάν συγκεντρώνει το επιχειρηματικό ενδιαφέρον της Ελλάδας η οποία έχει αναβαθμίσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Υπάρχουν, δε, μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης των οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών στους τομείς του εμπορίου, της ενέργειας, του τουρισμού, της γεωργίας και των μεταφορών, γεγονός που θα συμβάλλει στην εδραίωση της περιφερειακής σταθερότητας και ειρήνης στην περιοχή.

Όπως γνωρίζετε, η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια απασχόλησε ιδιαίτερα τη διεθνή κοινή γνώμη εξαιτίας της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που πέρασε και των επιπτώσεών της στον ευρωπαϊκό και διεθνή περίγυρο. Υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να χρεοκοπήσει η χώρα και να εξέλθει από την Ευρωζώνη πυροδοτώντας μία κρίση των υπερχρεωμένων χωρών-μελών και μία γενικότερη αποσταθεροποίηση της πορείας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωσε με δυσμενείς επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.

Σήμερα, ο κίνδυνος αυτός δεν υφίσταται πλέον. Μετά από μία οδυνηρή πενταετή ύφεση τη περίοδο 2009-2013, η οικονομία πέρασε μία τριετή περίοδο στασιμότητας και σταθεροποίησης το διάστημα 2014-2016 για να προχωρήσει αποφασιστικά στην ανάκαμψη και την οριστική έξοδο από την κρίση το 2017.

Για να φθάσουμε στο σημερινό σημείο-καμπή χρειάστηκαν τρία Προγράμματα προσαρμογής και δανειακής στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τους πιστωτές της (ΕΕ, ΔΝΤ), τα οποία με εσφαλμένες ενίοτε πολιτικές και ακραία, μονομερή ή/και ετεροβαρή μέτρα έπληξαν μαζί με τη στρεβλή, νοσηρή και μη βιώσιμη παραγωγική δομή κι ένα μέρος της υγιούς οικονομίας. Αυτό είχε σαν συνέπεια την αχρείαστη παράταση κι εμβάθυνση της κρίσης με συνέπεια να γονατίσει μεγάλο μέρος της κοινωνίας : το ΑΕΠ μειώθηκε 27%, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έπεσε ως και 40% περίπου ενώ η ανεργία εκτινάχθηκε μέχρι και 27,5% ενώ η φτώχεια και οι ανισότητες αγκάλιασαν ακόμη και τις μεσαίες τάξεις.

Σήμερα, ωστόσο, η ελληνική οικονομία ανακάμπτει 2% περίπου το 2017 με ένα επενδυτικό μπουμ που κάνει την ανεργία να έχει πέσει στο 22%. Η επενδυτική αυτή ανάκαμψη βασίζεται στη δημοσιονομική προσαρμογή, στις δομικές μεταρρυθμίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις εξαγωγές. Συνιστά, δε, μία αλλαγή πορείας την οποία οδηγεί η σχεδιαζόμενη μετατροπή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας. Στη θέση του παλιού οικονομικού υποδείγματος, σήμερα οικοδομούμε μία ανάπτυξη βασισμένη στις παραγωγικές επενδύσεις, τις επιχειρηματικές συνέργειες και δικτυώσεις, την καινοτομία, τις νέες τεχνολογίες αλλά και την κοινωνική συνοχή και περιβαλλοντική προστασία.

Η επίτευξη συμφωνίας με τους πιστωτές με αναπτυξιακή ρήτρα και με προοπτική ελάφρυνσης του χρέους το 2018, προσδίδουν στην ανάπτυξη της οικονομίας νέο momentum, οδηγώντας στη προοδευτική ανάκτηση της εμπιστοσύνης τόσο στη χώρα όσο και στην ικανότητα της Ευρωζώνης να αντιμετωπίζει κρίσεις χωρών-μελών της προχωρώντας στην διαδικασία οικονομικής ολοκλήρωσής της.

Ποια είναι όμως η ευρύτερη σημασία και τα συμπεράσματα από την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης που ενδιαφέρουν τον υπόλοιπο κόσμο;

Το πρώτο και σημαντικότερο συμπέρασμα είναι πως στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η οικονομική κρίση μιας χώρας, όσο μικρή κι αν είναι, μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στον υπόλοιπο κόσμο. Γιατί εκτός από τις στενότερες οικονομικές, νομισματικές και εμπορικές διασυνδέσεις που δημιουργούν περιφερειακές ενώσεις όπως η Ευρωζώνη, υπάρχουν και άλλα προβλήματα που ενώνουν τις μοίρες των εθνών όπως είναι η χρηματοπιστωτική επέκταση και η υπερχρέωση σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

Το δεύτερο συμπέρασμα που συνδέεται άμεσα με το πρώτο, είναι ότι η αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να γίνει με αποκλειστικά εθνικά μέσα. Γιατί όπως η ίδια η οικονομική ανάπτυξη βασίζεται στην πέραν των συνόρων επέκταση των οικονομικών και εμπορικών δεσμών, έτσι και η αποτελεσματική χειραγώγηση της κρίσης προϋποθέτει μία συλλογική θεραπευτική αγωγή και αρωγή. Πολύ περισσότερο όταν από αυτήν εξαρτάται η διευθέτηση των χρεών και χρηματοδοτική αιμοδοσία της οικονομίας. Κι όταν ακόμη περισσότερο η οικονομική κρίση περιπλέκεται με την μεταναστευτική, την ενεργειακή και την περιβαλλοντική κρίση οι οποίες μάλιστα έχουν πολύ πιο μακροχρόνιο ορίζοντα και υπερεθνική ή οικουμενική εμβέλεια. Υπό το πρίσμα αυτό καμία εθνικιστική αναδίπλωση και κανένας εθνικός προστατευτισμός δεν συνιστούν λύση, αλλά αντίθετα τείνουν να επιδεινώσουν μεσοπρόθεσμα τα προβλήματα που γεννά η κρίση.

Το τρίτο συμπέρασμα είναι πως με πολιτικές δημοσιονομικής και εισοδηματικής λιτότητας και απλής αναχρηματοδότησης του χρέους δεν βγαίνεις από την κρίση η οποία κινδυνεύει να γίνει μέσω της ύφεσης αυτοτροφοδοτούμενη. Χρειάζεται βαθιά αναδιάρθρωση έως και κούρεμα χρεών και σχέδιο παραγωγικής αναδιάταξης ικανό να εντάξει τη χώρα στο νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας που αντιστοιχεί στην ψηφιακή οικονομία της γνώσης και των νέων τεχνολογιών. Απαιτείται, δηλαδή, ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που να εναρμονίζεται με τις διεθνείς παραγωγικές τάσεις και σχεδιασμούς της ευρύτερης περιφέρειας και της παγκόσμιας κοινότητας ενισχύοντας τους δυναμικούς τομείς κάθε οικονομίας.

Υπάρχει, όμως, και ένα τέταρτο συμπέρασμα που αφορά το δυσεύρετο σημείο ισορροπίας μεταξύ οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Γιατί κανένα υπόδειγμα ανάπτυξης δεν θα είναι βιώσιμο εάν τους καρπούς αυτής της ανάπτυξης δεν τους γεύεται όλη η κοινωνία παρά μόνον ένα μικρό τμήμα της. Πρέπει, δηλαδή, το αναπτυξιακό σχέδιο και η πολιτική μας χώρας να μεριμνά συγχρόνως για τη συμμετοχή όλων στην ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων που σήμερα έχουν λάβει ακραίες τιμές.

Σήμερα η Ελλάδα επιχειρεί να στεριώσει την ανάπτυξη που μόλις ξεκίνησε και να διασφαλίσει αυτό το σημείο ισορροπίας που θα την καταστήσει βιώσιμη. Και μετά από τόσες δοκιμασίες και θυσίες των πολιτών της και με τη βοήθεια των εταίρων της είναι βέβαιο πως θα το πετύχει. Στόχος της είναι να αναγορευτεί σε διεθνή ενεργειακό κόμβο και διαμετακομιστικό κέντρο που να συνδέει Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία. Κάτι σαν ένα είδος γέφυρας ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, Βορρά και Νότο.

Φιλοδοξία της είναι να αποτελέσει πυρήνα γεωστρατηγικής σταθερότητας στα Βαλκάνια και τη Μ. Ανατολή προωθώντας διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες με κράτη όπως η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Κύπρος, η Λιβύη, η Σερβία, η Βουλγαρία, κ.α.

Και όπως η ιστορία μας διαβεβαιώνει, δεν υπάρχει καλύτερος εγγυητής της σταθερότητας και της ειρήνης από μία ισορροπημένη οικονομική ανάπτυξη.

Σας ευχαριστώ