Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου «Ρύθμιση Επιχειρηματικών και Επαγγελματικών Οφειλών προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα, Διατάξεις για την Επεξεργασία Δεδομένων Οικονομικής Συμπεριφοράς και άλλες Διατάξεις»

Προς  τη Βουλή των Ελλήνων

Ι. Γενικό Μέρος

Η αναθέρμανση της οικονομίας ως στόχος για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης επιβάλλει μέτρα που θα ενισχύσουν τη ρευστότητα στην αγορά. Στην επίτευξη του στόχου αυτού έρχεται να συνεισφέρει το παρόν σχέδιο νόμου, θέτοντας στο επίκεντρο των ρυθμίσεών του τη στήριξη των επιχειρήσεων, επαγγελματιών και αγροτών, τη διατήρηση  της πιστοληπτικής τους ικανότητας και την  ενίσχυση της ενεργής συμμετοχής τους στην οικονομική ζωή.

Οι διατάξεις του σχεδίου νόμου δίνουν τη δυνατότητα σε επιχειρήσεις, επαγγελματίες και αγρότες  που έχουν περιέλθει σε δυσχερή οικονομική θέση μέσα από τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα και την αναστολή ή μετάθεση της εκπλήρωσης δανειακών τους υποχρεώσεων να «ανασάνουν», να καλύψουν τις άμεσες ανάγκες τους, να επανασχεδιάσουν τις προτεραιότητες τους, να διατηρήσουν τη βιωσιμότητά τους και να προάγουν μέσα σε δυσχερείς συνθήκες την επιχειρηματική τους δράση. Επιπλέον, η θέσπιση περιορισμών και η καθιέρωση νέων μέσων προστασίας του οφειλέτη από την επεξεργασία δυσμενών οικονομικών δεδομένων θέτει φραγμούς σε αδικαιολόγητους και μακρόχρονους αποκλεισμούς οφειλετών από την οικονομική ζωή.

Το σχέδιο νόμου ρυθμίζει καταρχήν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές επιχειρήσεων, επαγγελματιών και αγροτών που προκλήθηκαν μετά την 1.1.2008, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι δυσχερείς οικονομικές συνθήκες στη χώρα μας  άρχισαν ήδη να διαμορφώνονται πριν την επέλευση των δυσμενών επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης.  Η εξυπηρέτηση των ρυθμιζόμενων οφειλών γίνεται με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής, ενώ διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού που σωρεύτηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο.

Ιδιαίτερα σημαντική για την ενίσχυση της  ρευστότητας των επιχειρήσεων είναι η ρύθμιση για  τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που αφορούν κεφάλαια κίνησης, οι οποίες  μετατρέπονται ουσιαστικά σε ένα τοκοχρεολυτικό δάνειο και ταυτόχρονα εισάγεται περίοδος χάριτος ως προς την αποπληρωμή του κεφαλαίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο απαλλάσσονται οι πιστούχοι από την πίεση ανταπόκρισης στο βραχυπρόθεσμο δανεισμό.

Το σχέδιο νόμου επεκτείνει μάλιστα τις παραπάνω δυνατότητες ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών ακόμη και σε οφειλές από δάνεια και πιστώσεις, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και μετά την 1.1.2005. Επιχειρήσεις, επαγγελματίες και αγρότες μπορούν πλέον να ομαλοποιήσουν τις σχέσεις τους με τα πιστωτικά ιδρύματα, να αποφύγουν τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που εκκρεμούν σε βάρος τους και να οργανώσουν σε νέα βάση την εξυπηρέτηση των οφειλών τους, απαλλασσόμενοι υπό προϋποθέσεις και από τους συσσωρευμένους τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού.

Η ρευστότητα των  επιχειρήσεων και των αγροτών ενισχύεται, εξάλλου, και μέσα από τη δυνατότητα ρύθμισης ακόμη και των ενήμερων οφειλών. Στο επίκεντρο των διατάξεων είναι οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι αγρότες, που πραγματικά δυσκολεύονται στην ομαλή αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους και κατ’ εξοχήν στερούνται διαπραγματευτικής δύναμης απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα. Με τούτο ως γνώμονα, καθορίζονται συγκεκριμένα κριτήρια για να μπορούν οι δανειολήπτες να υπαχθούν στη ρύθμιση. Άλλωστε, μία γενικευμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, θα μπορούσε να επιβαρύνει υπέρμετρα τους όρους κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Με συγκεκριμένες προβλέψεις, το σχέδιο νόμου λαμβάνει μέριμνα και για την προστασία εκείνων που ενδέχεται να εκτεθούν σε αδικαιολόγητες πιέσεις το προσεχές διάστημα από το κλείσιμο ή τη συρρίκνωση των πιστωτικών τους ορίων.

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι ρυθμίσεις για την επεξεργασία των δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που αφορούν όχι μόνο τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις, αλλά και τους ίδιους τους καταναλωτές. Η επεξεργασία οικονομικών πληροφοριών αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για την εκτίμηση της φερεγγυότητας και της πιστοληπτικής ικανότητας των αντισυμβαλλομένων. Τα τελευταία δε έτη η επεξεργασία δεδομένων, που αφορούν την οικονομική συμπεριφορά ιδιωτών και επιχειρήσεων, έχει διευρυνθεί από τις εταιρείες που λειτουργούν αντίστοιχα αρχεία, προσφέροντας και στα πιστωτικά ιδρύματα επαρκή και προωθημένη γνώση για την εκτίμηση του πιστοληπτικού κινδύνου. Είναι όμως επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί, στο πλαίσιο της λειτουργίας των συστημάτων αυτών, και η προστασία των πιστοληπτών από την καταχρηστική χρήση των προσωπικών τους δεδομένων. Η διατήρηση στα εν λόγω αρχεία και η διαβίβαση προς τα πιστωτικά ιδρύματα πληροφοριών που είναι ανεπίκαιρες ή δεν δικαιολογούν, με βάση και τις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές  συνθήκες, τη βαρύτητά τους μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, να πλήξει, χωρίς επαρκές έρεισμα, την πιστοληπτική τους ικανότητα και κατ’ επέκταση την οικονομική τους ελευθερία. Το σχέδιο νόμου αναμορφώνει το πλαίσιο λειτουργίας των εν λόγω συστημάτων, θέτει περιορισμούς στην επεξεργασία οικονομικών δεδομένων, ενισχύει την ευθύνη των πιστωτικών ιδρυμάτων  για την επικαιροποίηση των δεδομένων και  διευρύνει τα μέσα προστασίας των πολιτών. Συμβάλλει δε με το μέτρο της γενικευμένης «αμνηστίας», της διαγραφής δηλαδή των δυσμενών δεδομένων για όσους έχουν τακτοποιήσει ή θα τακτοποιήσουν εντός ορισμένου χρόνου τις υφιστάμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, στην αποτροπή αδικαιολόγητων, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κρίση, αποκλεισμών επιχειρήσεων και καταναλωτών από τη συμμετοχή στην οικονομική ζωή.

Το παρόν σχέδιο νόμου έχει διαμορφωθεί μετά από δύο φάσεις διαβούλευσης οι οποίες έδωσαν τη δυνατότητα να καταγραφούν ανάγκες και προβλήματα και να αξιοποιηθούν γόνιμες παρατηρήσεις και επισημάνσεις  πολλών φορέων και πλήθους πολιτών. Κοινή συνισταμένη όλων είναι η αναγκαιότητα της άμεσης λήψης των παραπάνω μέτρων. Άλλωστε, το νομοσχέδιο αυτό, συνιστά την αφετηρία της υλοποίησης του ευρύτερου στρατηγικού σχεδίου της Κυβέρνησης, για την τόνωση της αγοράς και την ανάπτυξη της Οικονομίας.

Με λοιπές διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου ρυθμίζεται και μια σειρά άλλων θεμάτων, όπως περιγράφονται κατωτέρω στο ειδικό μέρος της παρούσας.

ΙΙ. Ειδικό Μέρος: Επί των άρθρων

Μέρος Α: «ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ, ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

Το άρθρο 1 ρυθμίζει στις δύο πρώτες παραγράφους οφειλές από επιχειρηματικά, επαγγελματικά ή αγροτικά δάνεια ή πιστώσεις που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2008. Σε ρύθμιση υπάγονται ληξιπρόθεσμες οφειλές τόσο από συμβάσεις που  έχουν καταγγελθεί, όσο και από αυτές που δεν έχουν καταγγελθεί. Προϋπόθεση για τη ρύθμιση των δεύτερων είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών, οπότε και ρυθμίζεται το σύνολο των καθυστερημένων οφειλών. Από το υπό ρύθμιση οφειλόμενο συνολικό ποσόν αφαιρούνται και διαγράφονται οριστικά τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού. Το σύνολο δε της οφειλής που υπάγεται σε ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσόν του 1.000.000 ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα και πάντως όχι τα 3.000.000 ευρώ στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η αποπληρωμή της προκύπτουσας οφειλής γίνεται σε χρονικό διάστημα ίσο με αυτό που απομένει ή θα απέμενε μέχρι τη λήξη της σύμβασης, προσαυξημένο κατά δύο έτη. Όταν πάντως πρόκειται για ληξιπρόθεσμη οφειλή από καταγγελθείσα σύμβαση, η διάρκεια της αποπληρωμής  δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά έτη. Κατά τα δύο πρώτα έτη θα καταβάλλονται μόνο τόκοι και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Ειδικά, για ληξιπρόθεσμες οφειλές από καταγγελθείσες συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού η αποπληρωμή της οφειλής γίνεται κατ’ αντιστοιχία προς τα παραπάνω σε επτά έτη με ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Οι πάσης φύσεως ρευστοποιούμενες κινητές αξίες θα μειώνουν το ρυθμιζόμενο ποσόν και θα αναπροσαρμόζεται  το ποσόν των περιοδικών δόσεων. Ο υπολογισμός των τόκων θα γίνεται με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Απόκλιση από τα παραπάνω επιτρέπεται μόνο αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις ισχύουν, σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο, και για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις  που θα καταγγελθούν εντός δύο μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Με την τέταρτη παράγραφο δίνεται η δυνατότητα ρύθμισης και οφειλών που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2005. Καθορίζεται όμως ως προϋπόθεση για την αποδοχή της αίτησης η προκαταβολή ποσού ίσου με το 10% της οφειλής, αφαιρουμένων από αυτήν των τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού. Τούτο ως τεκμήριο της βούλησης του οφειλέτη να ανταποκριθεί στη δεύτερη ευκαιρία που του δίδεται. Μάλιστα, ως πρόσθετο κίνητρο για την τήρηση της ρύθμισης, η δυνατότητα απαλλαγής από τους τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού συναρτάται προς την εξόφληση του ημίσεως τουλάχιστον της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε σύμφωνα με τη ρύθμιση. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η ρύθμιση γίνεται με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής.

Οι αιτήσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφειλών των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι την 15.3.2010. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 30.6.2010 το πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών που δύνανται να ρυθμιστούν με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Με διάταξη δίδεται η δυνατότητα ρύθμισης και οφειλών από συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων που δεν έχουν καταγγελθεί ή έχουν καταγγελθεί τον τελευταίο μήνα πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Το τελευταίο, προκειμένου να αποτραπούν καταχρηστικές καταγγελίες ενόψει της επικείμενης εισαγωγής των ρυθμίσεων.

Με το άρθρο 2 δίδεται η δυνατότητα στους λήπτες επιχειρηματικών ή επαγγελματικών δανείων, που ανταποκρίνονται με δυσκολίες στις δανειακές υποχρεώσεις τους, να επιτύχουν, υπό προϋποθέσεις, διαζευκτικά μία ετήσια περίοδο χάριτος ή διετή αναστολή στην αποπληρωμή του κεφαλαίου του δανείου ή τριετή παράταση της διάρκειας του δανείου.

Η δεύτερη και η τρίτη παράγραφος θέτουν τους όρους και το ανώτατο όριο ποσών γα τα οποία είναι επιτρεπτή η αξιοποίηση μίας από τις παραπάνω δυνατότητες. Έτσι, αν πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα που τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας ή συνεταιριστικές οργανώσεις, αγροτικοί συνεταιρισμοί, ενώσεις αυτών και ομάδες παραγωγών και είχαν στην τελευταία χρήση μέχρι τον Ιούνιο του 2009 (επομένως κατά τη χρήση του 2008 ή τη χρήση από τον Ιούλιο του 2008 έως τον Ιούνιο 2009) ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο των 2.500.000 ευρώ και ζημιογόνα αποτελέσματα χρήσης, μπορούν να επιτύχουν την παραπάνω ρύθμιση για ποσό μέχρι 250.000 ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα και εμφανίζουν κατά τη χρήση 2008 ακαθάριστα έσοδα μικρότερα των 150.000 ευρώ, φυσικά πρόσωπα που ασκούν κατά κύριο επάγγελμα αγροτική δραστηριότητα και επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από πυρκαγιές ή φυσικά φαινόμενα, μπορούν να αξιοποιήσουν την παραπάνω δυνατότητα, για οφειλές μέχρι τις 100.000 ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις τίθεται και ένα ανώτατο όριο για το συνολικό ποσόν οφειλών που μπορεί να υπαχθεί στις διευκολύνσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου δύο.

Για τη διαφύλαξη και ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, προβλέπεται για τις περιπτώσεις καταγγελίας συμβάσεων ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που θα πραγματοποιηθεί μετά την πάροδο δύο μηνών, καθώς έως τότε ο πιστούχος προστατεύεται από το άρθρο 1, ή θα πραγματοποιηθεί μέχρι και τον Ιούνιο 2011, η εξόφληση  του καταλοίπου του  λογαριασμού, σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις και με καταβολή κατά το πρώτο έτος μόνο τόκων.  Για τον υπολογισμό των τόκων ισχύει το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής που θα εφαρμοζόταν αν η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Το αντίστοιχο μάλιστα προβλέπεται και για την περίπτωση μονομερούς μείωσης ή μη ανανέωσης του πιστωτικού ορίου  που έχει πραγματοποιηθεί τον τελευταίο μήνα πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή θα πραγματοποιηθεί μέχρι την 30η Ιουνίου 2011. Ο οφειλέτης έχει και εν προκειμένω το δικαίωμα να αποπληρώσει από το χρεωστικό υπόλοιπο ποσόν ίσο με αυτό της μείωσης του πιστωτικού ορίου σε πέντε έτη.

Το άρθρο 3 προβλέπει τη διαγραφή όλων των δυσμενών δεδομένων από αρχεία που τηρούνται από τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της ή θα εξοφληθεί εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης προκαλούνται, λόγω της αλληλεξάρτησης των οικονομικών συναλλαγών,  παρενέργειες και καταγράφονται καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων που δεν είναι αντιπροσωπευτικές. Αντιθέτως, οφειλέτες που κάτω από δυσχερείς συνθήκες ανταποκρίθηκαν στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «κακοπληρωτές». Το έδαφος για διαφοροποιήσεις παρίσταται πλέον ανασφαλές. Εκείνο δε που προδήλως προέχει είναι η αποτροπή πρόωρων και αδικαιολόγητων, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές συνθήκες, αποκλεισμών. Γι’ αυτό, άλλωστε, και με τη δεύτερη παράγραφο προβλέπεται και η άρση τυχόν περιορισμού στη χορήγηση νέου βιβλιαρίου  επιταγών που έχει επιβληθεί με βάση τη με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφαση της ΕΤΠΘ της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το άρθρο 4 μειώνει με την πρώτη παράγραφο κατά ένα έτος τα υφιστάμενα ανώτατα όρια  στον χρόνο τήρησης δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που έχουν εξοφληθεί, ενώ οι επιταγές, οι οποίες εξοφλούνται εντός τριάντα ημερών από τη σφράγισή τους ως ακάλυπτες, δεν εμφανίζονται πλέον στα παραπάνω αρχεία. Με την πέμπτη μάλιστα παράγραφο από το χρονικό σημείο, που απαγορεύεται η εμφάνιση των επιταγών αυτών στα εν λόγω αρχεία, επέρχεται και η άρση του διοικητικού μέτρου στέρησης  του βιβλιαρίου επιταγών που τυχόν έχει επιβληθεί εξαιτίας αυτών.

Σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν το συνολικό ποσόν των 1.000  ευρώ, ενώ σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο δεν εμφανίζονται στα εν λόγω αρχεία δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς, για οφειλές που έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν το συνολικό ποσόν των 3.000 ευρώ και δεν ξεπερνούν σε πλήθος τις τρεις καταχωρήσεις.

Με την τέταρτη παράγραφο θεσπίζεται ως ανώτατος χρόνος διατήρησης δυσμενών δεδομένων, ακόμη κι αν δεν έχουν εξοφληθεί, τα δέκα έτη.

Το άρθρο 5 προβλέπει την υποχρέωση του  πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος που έχει διαβιβάσει σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς δυσμενή περί οφειλών δεδομένα αμέσως και το βραδύτερο εντός δύο εργασίμων ημερών από την περιέλευση σε αυτό των στοιχείων που αποδεικνύουν προσηκόντως την εξόφληση της οφειλής να προβεί, χωρίς την αξίωση αμοιβής ή δαπάνης,  στην ενημέρωση του υπεύθυνου επεξεργασίας των παραπάνω αρχείων.
To άρθρο 6 προβλέπει την  προσωρινή δικαστική προστασία του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δυσμενή οικονομικά δεδομένα με αίτηση αυτού στρεφόμενη κατά του πιστωτή του και εκδικαζόμενη κατά τη διαδικασία των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ, εφόσον πιθανολογείται η ανυπαρξία της οφειλής.  Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων υποχρεούνται, με τη γνωστοποίηση σε αυτούς της δικαστικής απόφασης που κάνει δεκτή την αίτηση, να μεριμνήσουν εντός δύο εργασίμων ημερών, ώστε να μην εμφανίζονται  στα αρχεία και να μη μεταβιβάζονται τα παραπάνω δεδομένα. Το δικαίωμα απονέμεται σε περίπτωση καταχώρισης σε αρχεία αμφισβητούμενων οφειλών και ως εκ τούτου καταχώρισης ακατάλληλης για την αληθινή εκτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας του υποκειμένου. Κατά τούτο η διάταξη έχει διαφορετικό πεδίο εφαρμογής από εκείνη του άρθρου 14 ν.2472/1997 «Για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (ΦΕΚ Α 50/1997), όπως ισχύει, η οποία δεν καταργείται.

Με το άρθρο 7 επιτρέπεται στο  πιστωτικό ίδρυμα να χορηγεί, κατά τη διάρκεια ισχύος μέτρου στέρησης χορήγησης βιβλιαρίου επιταγών, νέο βιβλιάριο επιταγών, εφόσον παρέχεται τριτεγγύηση από τρίτο πρόσωπο και μέχρι το ποσόν των πέντε χιλιάδων ευρώ ανά επιταγή.

Το άρθρο 8 προβλέπει την επιβολή κυρώσεων για την παραβίαση των διατάξεων του σχεδίου νόμου, με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων, και ιδίως των άρθρων 21 και 22 του ν. 2472/1997 για την προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Το άρθρο 9 ρυθμίζει φορολογικά θέματα για τις περιπτώσεις που το σχέδιο νόμου προβλέπει διαγραφή απαιτήσεων.

ΜΕΡΟΣ Β: ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Το άρθρο 10 ρυθμίζει θέματα σχετικά με τον ισχύοντα αναπτυξιακό νόμο. Ο εκάστοτε ισχύων αναπτυξιακός νόμος αποτελεί το βασικό καθεστώς κινήτρων προς τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Την τρέχουσα χρονική περίοδο είναι σε ισχύ ο νόμος 3299/2004 (Φ.Ε.Κ. 261/τ.Α΄/28-6-2006), όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 25 του νόμου 3470/2006 (Φ.Ε.Κ. 132/τ.Α΄/28-6-2006), το άρθρο 37 του νόμου 3522/2006 (Φ.Ε.Κ.276/τ.Α΄/22-12-2006), το άρθρο 7 του νόμου 3631/2008 (Φ.Ε.Κ.6/τ.Α΄/29-1-2008) και τα άρθρα 3 και 4 του νόμου 3752/2009 (Φ.Ε.Κ. 40/τ.Α΄/4-3-2009).

Για την υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου 3299/2004 έχει υποβληθεί μεγάλος αριθμός επενδυτικών σχεδίων, ωστόσο ένα σημαντικό τμήμα αυτών, που στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ανέρχεται περί τα 1.100 και σύνολο χώρας στα 2200, παραμένει σε εκκρεμότητα προς αξιολόγηση.

Το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας θέτει ως άμεσο στόχο την ταχεία αντιμετώπιση των προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εξέταση των αιτημάτων των φορέων των επενδυτικών προγραμμάτων αλλά και τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που εμφανίζονται κατά τα λοιπά στάδια της ανάπτυξης της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας π.χ. έλεγχος επενδύσεων, έκδοση αποφάσεων ολοκλήρωσης επενδυτικών έργων, εκταμιεύσεις ενισχύσεων κλπ.

Προς τούτο κρίνεται επιβεβλημένη η αναστολή του δικαιώματος κατάθεσης νέων επενδυτικών σχεδίων προκειμένου να υπάρξει ο απαραίτητος χρόνος για την επίλυση των ζητημάτων που δυσχεραίνουν την ομαλή λειτουργία του αναπτυξιακού νόμου.

Παράλληλα το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας θα προβεί στην επανεξέταση του συνόλου των ρυθμίσεων και την απαιτούμενη αναμόρφωση του νόμου 3299/2004, όπως ισχύει, με βασικό προσανατολισμό τη δημιουργία νέου θεσμικού, αποτελεσματικού πλαισίου παροχής αναπτυξιακών κινήτρων προσέλκυσης εθνικών και ξένων επενδύσεων.

Επομένως, με την παράγραφο  1  του άρθρου 12 ορίζεται η 31η Δεκεμβρίου 2009,  ως τελευταία ημέρα για την υποβολή από τους επιχειρηματικούς φορείς στις αρμόδιες υπηρεσίες, επενδυτικών σχεδίων για τα οποία ζητείται η ενίσχυση της επιχορήγησης ή και της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης ή της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3299/2004, όπως ισχύει.

Μέχρι την ίδια ημερομηνία, δηλαδή την 31 Δεκεμβρίου 2009, μπορούν οι επιχειρηματίες που επιλέγουν την αξιοποίηση του κινήτρου της φορολογικής απαλλαγής για την υλοποίηση των επενδύσεών τους, να πραγματοποιήσουν δαπάνες που θα συνιστούν έναρξη επενδυτικού σχεδίου σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3299/2004, θεμελιώνοντας πλέον δικαίωμα εφαρμογής του εν λόγω θεσμικού πλαισίου, καθόλη τη διάρκεια της υλοποίησης των επενδυτικών τους έργων.

Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αποσαφηνίζεται ότι όλα τα επενδυτικά σχέδια που παραμένουν σε εκκρεμότητα για αξιολόγηση καθώς και για όσα υποβληθούν μέχρι και τη 31η Δεκεμβρίου 2009 θα εξετασθούν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου 3299/2004 και τις κανονιστικές αποφάσεις σε εξουσιοδότηση των διατάξεών του.

Το άρθρο 11 ρυθμίζει την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του σχεδίου νόμου.

Αθήνα, 10 Δεκεμβρίου 2009

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

ΛΟΥΚΙΑ Τ. ΚΑΤΣΕΛΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΠΑΤΖΕΛΗ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ

Σχέδιο Νόμου «ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ, ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

Μέρος Α: ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ, ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών

1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με Τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων για  επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, μπορούν να ζητήσουν από τα ιδρύματα αυτά την υπαγωγή σε ρύθμιση των οφειλών οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2008 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Αν η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί, προϋπόθεση για τη ρύθμιση είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το υπό ρύθμιση συνολικά οφειλόμενο ποσό αφαιρούνται και διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού. Το σύνολο της οφειλής που υπάγεται σε ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο  ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα και τα τρία εκατομμύρια   ευρώ στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Η αποπληρωμή της κατά την προηγούμενη παράγραφο προκύπτουσας οφειλής  πρέπει να έχει διάρκεια ίση με αυτή που απομένει ή, σε περίπτωση σύμβασης που έχει καταγγελθεί θα απέμενε μέχρι τη λήξη της σύμβασης, προσαυξημένη κατά δύο έτη. Για ληξιπρόθεσμη οφειλή από σύμβαση που έχει καταγγελθεί, η διάρκεια της αποπληρωμής  δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά έτη. Κατά τα δύο πρώτα έτη θα καταβάλλονται μόνο τόκοι και η εν συνεχεία αποπληρωμή της οφειλής που έχει ρυθμισθεί θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Για ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που έχουν καταγγελθεί, η αποπληρωμή της οφειλής γίνεται κατ’ αντιστοιχία προς τα παραπάνω σε επτά έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Οι πάσης φύσεως και με εκ του νόμου ημερομηνία λήξεως ρευστοποιούμενες κινητές αξίες, που έχουν δοθεί ως ενέχυρο, θα μειώνουν το ρυθμιζόμενο ποσό και θα αναπροσαρμόζεται  το ποσό των περιοδικών δόσεων. Ο υπολογισμός των τόκων θα γίνεται, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Απόκλιση από τα παραπάνω επιτρέπεται μόνο αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.  Το σύνολο των υφισταμένων πάσης φύσεως εξασφαλίσεων και εγγυήσεων διατηρείται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πράξη ή διατύπωση.

3. Οι ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων καταλαμβάνουν και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις που θα καταγγελθούν μέσα σε δύο μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

4. Οφειλέτες από συμβάσεις της παραγράφου 1, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2005, μπορούν να ζητήσουν να υπαχθούν σε ρύθμιση σύμφωνα με τα παραπάνω, υπό τον όρο ότι θα αποπληρωθεί μέχρι την 15.4.2010 ποσό ίσο με το δέκα τοις εκατό της οφειλής που προκύπτει, χωρίς να υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, για τους οποίους τηρείται χωριστός λογαριασμός. Αν ο οφειλέτης αποπληρώσει το ήμισυ της οφειλής σύμφωνα με τη ρύθμιση, διαγράφονται οριστικά οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης, αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων.

5. Οι αιτήσεις  για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφειλών των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.3.2010. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον οφειλέτη μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από την υποβολή της αίτησης το ύψος της  οφειλής που προκύπτει κατά τα ανωτέρω. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30.6.2010 δεν επιτρέπεται  να αρχίσει ή να συνεχίσει αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, που δύνανται να ρυθμιστούν με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

6. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν καταγγελθεί ή έχουν καταγγελθεί τον τελευταίο μήνα πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

7. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, από ομολογιακά δάνεια και από δάνεια εγγυημένα ή επιδοτούμενα  από το Δημόσιο.

8. Δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή στο νόμο αυτό έχουν οι πρωτοφειλέτες, οι εγγυητές και οι καθολικοί διάδοχοί τους.

Άρθρο 2

Αποπληρωμή ενήμερων οφειλών

1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με Τράπεζες και λοιπά  πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων για  επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς  ή αγροτικούς σκοπούς, μπορούν να ζητήσουν από αυτά, για οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων, να εφαρμοστούν ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α) περίοδος χάριτος ενός έτους, χωρίς καταβολή τόκων και κεφαλαίου, με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και κεφαλαιοποίηση των τόκων στη λήξη της περιόδου χάριτος,

β) αναστολή επί διετία της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση, και

γ) παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου κατά τρία έτη.

2. Την επιλογή κατά την προηγούμενη παράγραφο και για  ανεξόφλητο κεφάλαιο  που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα και πάντως στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων το ένα εκατομμύριο ευρώ έχουν

α) φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, και εμφανίζουν κατά την τελευταία μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2009 χρήση ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ και έχουν κατά την ίδια  χρήση ζημία,

β) αγροτικοί συνεταιρισμοί, ενώσεις αυτών και ομάδες παραγωγών, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων που τηρούν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης περίπτωσης.

3. Την επιλογή κατά την παράγραφο 1 και για  ανεξόφλητο κεφάλαιο  που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα και  στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ,  έχουν

α) φυσικά και νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα και κατά τη χρήση του έτους 2008 εμφανίζουν ετήσια ακαθάριστα έσοδα μικρότερα των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ,

β) φυσικά πρόσωπα που  ασκούν κατά κύριο επάγγελμα αγροτική δραστηριότητα,

γ) επιχειρήσεις  που έχουν υποστεί σημαντικές καταστροφές από πυρκαγιές ή φυσικά φαινόμενα από το έτος 2007 και μέχρι την δημοσίευση του παρόντος νόμου.

4. Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων   υποβάλλονται μέχρι τις 15.3.2010. Στην αίτηση επισυνάπτονται  τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής που απαιτούνται.

5. Αν καταγγελθούν συμβάσεις  ανοικτού  ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντας κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους.  Για τον υπολογισμό των τόκων ισχύει το συμβατικό επιτόκιο οφειλής, το οποίο θα εφαρμοζόταν αν η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Το δικαίωμα του οφειλέτη  για ρύθμιση της οφειλής ασκείται μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν της καταγγελίας. Η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμά του. Το  συνολικό ποσό που ρυθμίζεται κατά τους όρους  της παραγράφου αυτής, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.

6. Αν μειωθεί ή δεν ανανεωθεί μονομερώς από το πιστωτικό ίδρυμα το πιστωτικό όριο  συμβάσεων  ανοικτού  ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τον τελευταίο μήνα πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή  μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει  το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και κατά το μέρος που αυτό δεν υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 σε πέντε έτη σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

7. Το δικαίωμα των παραγράφων 5 και 6 ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει έναντι ενός μόνο πιστωτικού ιδρύματος.

8. Οι εξαιρέσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του παρόντος ισχύουν και για τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 3

Γενική διαγραφή δυσμενών δεδομένων για εξοφληθείσες οφειλές

1. Διαγράφονται από τα αρχεία  δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που τηρούνται από τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά εν γένει ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών όλες οι καταχωρισμένες περιπτώσεις για απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητα κατά τη λήξη τους συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν,  καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν. δ. της 17.7./13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της ή θα εξοφληθεί μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

2. Αίρεται κάθε  περιορισμός χορήγησης νέου βιβλιαρίου επιταγών που έχει επιβληθεί με βάση τη με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007) για επιταγές που έχουν εξοφληθεί ή θα εξοφληθούν μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.

Άρθρο 4

Περιορισμοί στην επεξεργασία  δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (Α 149), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (α’ 27),  αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά και εν γένει χρηματοδοτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα για τις αντίστοιχες αναφερόμενες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων στο αρχείο δεδομένων, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως α’, για την οποία αρκεί η πάροδος του χρόνου της συγκεκριμένης κατηγορίας:

α) Απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητα κατά τη λήξη τους συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, δύο (2) έτη. Επιταγές, που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σφράγισή τους δεν εμφανίζονται  στα ανωτέρω αρχεία και οι καταχωρισμένες διαγράφονται.

β) Διαταγές πληρωμής, τρία  (3) έτη.

γ) Κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν. δ. της 17.7./13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών, τέσσερα (4) έτη».

2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (Α 149), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (Α’ 27), αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους τα χίλια  ευρώ, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών».

3. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς  για οφειλές που έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν  στο σύνολό τους τις τρεις χιλιάδες  ευρώ και δεν υπερβαίνουν τις τρεις καταχωρίσεις, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών.

4. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί διαγράφονται δέκα έτη μετά την  εγγραφή.

5. Η παύση της εμφάνισης στα αρχεία μεταδιδομένων πληροφοριών επιταγών επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους,   αίρει το μέτρο στέρησης του βιβλιαρίου επιταγών που έχει επιβληθεί  κατ’ εφαρμογή της με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφασης  της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007), για τις επιταγές αυτές.

Άρθρο 5

Υποχρέωση ενημέρωσης

Το πιστωτικό και εν γένει το χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει διαβιβάσει σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα  δυσμενή δεδομένα για οφειλές υποχρεούται μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες από την περιέλευση σε αυτό των στοιχείων που αποδεικνύουν την εξόφληση της οφειλής να προβεί αδαπάνως για τον οφειλέτη στην ενημέρωση του υπεύθυνου επεξεργασίας των παραπάνω αρχείων.

Άρθρο 6

Προσωρινή δικαστική προστασία

1. Με αίτηση που στρέφεται κατά του δανειστή και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 682 επ. Κ.Πολ.Δ., το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές δικαστήριο, δικαιούται  να διατάξει προσωρινά ως ασφαλιστικό μέτρο τη μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών, ληξιπρόθεσμης οφειλής, για την οποία έχει ασκηθεί αγωγή ή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ή κατά πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης εφόσον πιθανολογείται η ανυπαρξία της οφειλής.

2. Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων υποχρεούνται, με τη γνωστοποίηση σ’ αυτούς της δικαστικής απόφασης που δέχεται την αίτηση,  να μεριμνήσουν μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες να μην εμφανίζονται στα αρχεία και να μην μεταβιβάζονται τα παραπάνω δεδομένα.

3. Η απόφαση που διατάζει το πιο πάνω ασφαλιστικό μέτρο παύει αυτοδικαίως να ισχύει αν δημοσιευθεί οριστική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης.

Άρθρο 7

Παροχή βιβλιαρίου επιταγών με εγγύηση

Το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να χορηγεί κατά τη διάρκεια ισχύος μέτρου στέρησης χορήγησης βιβλιαρίου επιταγών νέο βιβλιάριο επιταγών εφόσον παρέχεται επ’ αυτών τριτεγγύηση έως πέντε χιλιάδες ευρώ για κάθε  επιταγή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο δεν υφίσταται  το ανωτέρω μέτρο στέρησης.

Άρθρο 8

Κυρώσεις

Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλει για κάθε παράβαση των υποχρεώσεων από τον παρόντα νόμο πρόστιμο που ανέρχεται από δέκα χιλιάδες (10.000) έως  πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.

Άρθρο 9

Διαγραφή απαιτήσεων

Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων  που διαγράφονται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται το άρθρο 30 παρ. 10 του ν. 2789/2000  (Α’ 21). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.

ΜΕΡΟΣ Β: ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 10

Αναστολή υποβολής των αιτήσεων υπαγωγής επενδυτικών σχεδίων στις διατάξεις του νόμου 3299/2004

1α. Αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων για την υπαγωγή τους στις ενισχύσεις της επιχορήγησης ή και της επιδότησης  χρηματοδοτικής μίσθωσης ή της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3299/2004, όπως ισχύει, υποβάλλονται  έως και την 31η  Δεκεμβρίου 2009.

β. Η έναρξη δαπανών για την ένταξη των επενδυτικών σχεδίων στην ενίσχυση της φορολογικής  απαλλαγής, σύμφωνα  με τις διατάξεις  του ν.3299/2004, είναι δυνατή έως και την 31 Δεκεμβρίου 2009.

2.  Αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων που θα κατατεθούν στις αρμόδιες υπηρεσίες έως και την 31η Δεκεμβρίου 2009 καθώς και για όσες υποβληθείσες δεν έχει εκδοθεί εγκριτική ή απορριπτική απόφαση της Διοίκησης εξετάζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου 3299/2004 και τις κανονιστικές αποφάσεις κατ΄ εξουσιοδότηση των διατάξεων του.

Άρθρο 11

Τελική διάταξη

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 10 Δεκεμβρίου 2009

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

ΛΟΥΚΙΑ Τ. ΚΑΤΣΕΛΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΠΑΤΖΕΛΗ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ